- Μαμά, τι κάνεις εκεί;
- Φτιάχνω ένα blog, αγάπη μου.
- Τι είναι αυτό;
- Είναι κάτι σαν ημερολόγιο. Γράφεις τις σκέψεις σου, τι σου συμβαίνει κάθε μέρα, τι θα ήθελες να μοιραστείς με τους άλλους ανθρώπους… ό,τι θες!
- Και γιατί δεν το γράφεις σε τετράδιο και το γράφεις στο κομπιούτερ;
- Γιατί θέλω να μπορούν να το διαβάζουν και άλλοι άνθρωποι.
- Και πως θα τα διαβάζουν όλοι αυτοί; Αφού τα γράφεις στο κομπιούτερ μας! Μόνο εγώ κι ο μπαμπάς μπορούμε να τα δούμε!
- Θα τα “ανεβάζω” στο Internet.
- Όπως αυτές οι σελίδες που βλέπω όταν ψάχνω για εικόνες και παιχνίδια;
- Περίπου. Δεν ξέρω αν θα βάζω παιχνίδια(!), αλλά εικόνες και φωτογραφίες σίγουρα θα μπορώ, μόλις μάθω……
- Καλά. Μπορείς να βάλεις και ζωγραφιές;
- Νομίζω πως μπορώ.
- Πάρε λοιπόν μια, να το στολίσεις!
Και, μόλις μάθω να ανεβάζω εικόνες, θα το στολίσω!!!
Αυτές (οι λιγότερες από 150) ήταν οι πρώτες λέξεις που έγραψα, πριν δυο χρόνια ακριβώς, εδώ “μέσα”. Είναι σχεδόν κατά λέξη μεταφορά του διαλόγου που είχα με το γιο μου (που να ‘ξερα, και που να ‘ξερε τι μας περίμενε…) όταν είδε τι “σκάλιζα” στον υπολογιστή. Ήταν η πρώτη πετυχημένη απόπειρα να ανεβάσω κείμενο, αφού είχα δοκιμάσει νωρίτερα στον blogger και μου είχε φανεί πολύπλοκο! Και έτσι, με τον Άκη δίπλα μου (αφού και το όνομα του blog είναι το όνομά μου και το δικό του μαζί) ξεκίνησα.
Φυσικά, η γνωριμία μου με τα blog είχε γίνει πολύ νωρίτερα -διάβαζα και παρακολουθούσα σχεδόν έξη μήνες κάποια, μέχρι να πάρω το θάρρος να γράψω σχόλια. Και συνειδητοποίησα ότι δεν μου άρεσε να σχολιάζω “ανώνυμη”. Ήθελα όπου μιλούσα να ξέρουν ποιά είμαι, τι είμαι, τι πιστεύω, τι μ’ αρέσει… Κάπως έτσι άρχισε. Και σιγά σιγά, μετά τις ζωγραφιές και τα νέα της ημέρας, άρχισα να γράφω πιο πολλά. Και να σχολιάζω -αυτό ήταν βασικά που μου άρεσε πάντα- και να ψάχνω και να μοιράζομαι ότι βρίσκω.
Και να επικοινωνώ. Στην αρχή εδώ, δειλά δειλά στο τηλέφωνο με κάποιους, ύστερα από κοντά… Κι έφτασα σήμερα, δυο χρόνια μετά, να λέω πως έχω φίλους στα blog. Φίλους αληθινούς, που μοιραστήκαμε χαρές (κι έχω ένα προαίσθημα ότι έρχονται κι άλλες), αγάπες, λύπες, ζόρια, αγωνίες, αρρώστιες, ακόμα και απώλειες αγαπημένων. Και σταθήκαμε εκεί δίπλα ο ένας στον άλλο, από κοντά ή από μακρυά, και γελάσαμε και κλάψαμε μαζί.Και χρωστάω πολλά ευχαριστώ, σε πολλούς. Σε όλους αυτούς που θα ήθελα να αφιερώσω τούτο το ποστ, σήμερα.
Δεν είμαι από τους ανθρώπους που “γράφω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου”, “γράφω όπως αναπνέω”, το γράψιμο για μένα δεν ήταν ποτέ “ανάγκη”. Στην πραγματικότητα, ούτε ημερολόγιο δεν είχα ποτέ, ούτε έγραφα ποτέ κάτι πέρα από τις εργασίες του σχολείου… Και πώς κατάφερα εδώ να γράφω κατεβατά (η “αξία” των οποίων αμφισβητείται -κυρίως από μένα), ακόμα δεν το έχω καταλάβει. Αλλά έτσι κι αλλιώς, τις περισσότερες φορές προτιμώ να πω ότι θέλω με λόγια “δανικά”. Με αγαπημένα τραγούδια, ποιήματα, ακόμα και με εικόνες. Κι έχω βάλει πολλά από τα αγαπημένα μου τόσο καιρό.
Για σήμερα λοιπόν, ένα πολύ αγαπημένο τραγούδι, από την πρώτη μέρα που το άκουσα. Και νομίζω μου ταιριάζει, και σε σας το ίδιο:
Ν’ αγαπάς, Παντελής Θαλασσινός (Νίκος Βελιώτης /Στης καρδιάς μου τ’ ανοιχτά, 2003)
Και μια κι εδώ είναι -για μένα τουλάχιστον- σαν παιδικό παιχνίδι, ορίστε ένα αγαπημένο:
Τυφλόμυγα, Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Άλκης Αλκαίος/Ουράνια Τόξα Κυνηγώ, 2009)
μια και…
Τα χρόνια πέρασαν περνάμε άλλη φάση
κι αν σε προσπέρασα δε σ’ έχω ξεπεράσει
όχι, δεν είναι η μοναξιά που με πειράζει
μόνο το βλέμμα ενός παιδιού που με κοιτάζει
πόσο σου μοιάζει, πόσο μου μοιάζει…
Και του χρόνου, λοιπόν. Να είμαστε καλά, εδώ ή αλλού -δεν έχει σημασία. Και να επικοινωνούμε
Καλημέρα, πάντα -ό,τι ώρα κι αν είναι
υγ. Γιώργη, και του χρόνου κι εσύ -μια και είσαι ο μοναδικός φίλος μου που έχουμε μαζί blogoγενέθλια!
*** Τούρτα (ψηφιακή, και την αληθινή από κοντά!)
Οι βδομάδες περνάνε τρέχοντας, η Άνοιξη είναι εδώ -και τρέχει κι αυτή, με χίλια φέτος. Τόσο που βιάστηκε να πλησιάσει το καλοκαίρι. Κι εγώ δεν την προλαβαίνω σχεδόν -ποτέ δεν ήμουν καλή στο τρέξιμο…
Δεν έχω τι να πω. Πιο σωστά, δεν ξέρω τι να πρωτοπώ. Θα’θελα να πω για το δάσκαλο Ευγένιο -ίσως το κάνω αργότερα. Θα’θελα να πω για τον Sakis και το “Παραμύθι” που τον κέρδισε, κι ας μην είχε δράκους (μεταξύ μας, εγώ το λάτρεψα το τραγούδι: “I’m in love with a fairytale…” -μου φαίνεται θα είναι για πολύ καιρό στα αγαπημένα μου). Και για χίλια δυο άλλα -πού πήγα, τι είδα, τι άκουσα…Αλλά δεν.
Δεν μπορώ. Έχασα τις λέξεις μου. Και δεν ξέρω και που να ψάξω να τις βρω! Άλλωστε, δυο χρόνια πριν, όταν ξεκινούσα τούτο το ιστολόγιο, οι λέξεις μου ήταν και πάλι λίγες.
Για την ώρα λέω να προσπαθήσω να μάθω άλλη γλώσσα. Τούτη (ή τούτες) που ξέρω δεν φτάνουν:
Όποιος ξεχνάει χάνεται
ραγίζει όποιος θυμάται
κι αυτός που παραστράτισε
στις ερημιές κοιμάται
Στα γιορτινά τα μαγαζιά
πολύχρωμες βιτρίνες
είπες πως θα ‘ρθεις να με βρεις
δυο χρόνια κι έξι μήνες
Αλλάζουν δρόμοι και μορφές
Οι εποχές αλλάζουν
κι οι από μηχανής θεοί
αμήχανα κοιτάζουν
Άστο παράθυρο ανοικτό
σ’ όλες τις καταιγίδες
θα δεις στο φως μιας αστραπής
όσα ποτέ δεν είδες
Μάθε τη γλώσσα της σιωπής
κι ύστερα έλα να μου πεις
πώς κλίνεται το σ’ αγαπώ
πώς βγάζει η έρημος καρπό….
Κι αν τη μάθω καλά, θα σας πω!
Καλημέρα
Ο Γιάννης Ρίτσος, ο ποιητής της Ρωμιοσύνης, ένας από τους πιο σπουδαίους που έχουμε στην ελληνική λογοτεχνία, ένας πραγματικά μεγάλος Έλληνας. Τα ποιήματά του είναι από τα πιο γνωστά και πιο τραγουδισμένα. Και βραβευμένα σε όλο τον κόσμο. Αλλά ο Ρίτσος είχε κι άλλο ταλέντο, λιγότερο γνωστό -ζωγράφιζε. Μια “ζωγραφική-γλυπτική”, όπως έλεγε ο ίδιος:
«Εκανα μια, θα λέγαμε, ζωγραφική γλυπτική. Ξαφνικά μου έρχονταν μορφές ελληνικές οι οποίες σχετίζονταν με την αρχαία Ελλάδα, με τις αρχαιοελληνικές μορφές. Κάποτε ακολουθούσα τη γραφή της Κνωσού, κάποτε την κλασική… Μόνο ανθρώπινες μορφές κι ανθρώπινα σώματα, ποτέ τοπία. Σώματα ως επί το πλείστον γυμνά, ανθρώπινες μορφές και το πολύ πολύ άλογα».
Διαλέγοντας ως υλικά την πέτρα και το ξύλο, τα βότσαλα και τις ρίζες που ξεβράζει το κύμα ο ποιητής έμοιαζε να ελευθερώνει τα κρυμμένα τους μυστικά. Οπως σημειώνει ο Γ. Τσαρούχης «Το θέμα του είναι ένα σ’ ό,τι σχεδίασε και ζωγράφισε: η ανθρώπινη μορφή, που παλεύει με την αγριότητα του κόσμου για να αγριέψει και η ίδια στο τέλος και να γίνει τερατώδης και αλύπητη. Μα μέσα απ’ την αγριάδα και τη σκληρότητα, σαν σπίθα μέσα στη στάχτη, υπάρχει ατόφια αγάπη και, σαν περαστική αστραπή, ο έρωτας, πέρα από την εγκράτεια και την απόλαυση. Ο έρως που δημιουργεί τον κόσμο».
Στα έργα αυτά, δημιουργήματα τα περισσότερα της εξορίας, ο Γ. Ρίτσος διοχέτευσε την απελπισία του αλλά και τις άσβεστες ελπίδες του. Ζωγράφισε την ασχήμια, αλλά και την αγάπη του για τη ζωή και την ομορφιά. Αποτύπωσε τη μοναξιά του αλλά και τη βαθιά του πίστη στον άνθρωπο. «Ο Ρίτσος αναζητεί και ανακαλεί πάνω στις πέτρες του τον χαμένο παράδεισο: έναν κόσμο αιώνιας και αμάραντης νιότης, ερατεινά κορίτσια και αθλητικά αγόρια με ελληνικές κατατομές, εμπνευσμένες από την αρχαία αγγειογραφία» σημειώνει η Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα. «Το τραγικό του βίωμα ο ποιητής το αποτύπωσε σχεδόν αποκλειστικά και με μεγάλη εκφραστική ένταση στις ρίζες από καλάμια. Οι ίδιες οι ρίζες, βασανιστικές, ροζιασμένες του υπαγόρευαν τις μορφές που ανέσυρε με ελάχιστες γραμμές μέσα από τα πάθη του ξύλου. Γιατί οι ρίζες έχουν πάνω τους τα ίχνη του χρόνου, της φθοράς, του γήρατος. Ετσι βγήκαν αυτές οι μαρτυρικές φυσιογνωμίες, που ανταποκρίνονται στα πάθη του ποιητή, στα πάθη του λαού μας».
“Μόλις πρωτομπεί κανείς στο σπίτι του Ρίτσου έχει την εντύπωση πως μπαίνει σ’ ένα πρωτότυπο μουσείο. Τα τραπέζια, οι καρέκλες, οι τοίχοι, ακόμη και το πάτωμα έχουν κατακλυσθεί από τα έργα που φτιάχνει με τα χέρια του ο ποιητής. Πίνακες με σινική μελάνη σε καφετιά χρώματα, που θυμίζουν βυθό ή μικροσκοπική εξαίταση της ζωής, ρίζες θάμνων σε φανταστικά σχήματα, κόκκαλα ζώων ζωγραφισμένα με το χέρι και πέτρες… δεκάδες πέτρες σ’ όλα τα σχήματα και τα μεγέθη.
Οι ζωγραφισμένες πέτρες του Ρίτσου, διαλεγμένες με στοργή από τον ίδιο σε στιγμές ανάπαυλας, στην παραλία της Σάμου, κι ύστερα σφραγισμένες μ’ εκείνη την εντελώς δική του προσωπικότητα, με μορφές αρχαϊκές, πρόσωπα, που λες και απαγγέλουν στίχους του ποιητή… ή χορικά αρχαίου δράματος, έχουνε κι αυτές ξεπεράσει τα σύνορα της Ελλάδας. Δύο απ’ αυτές έχουν τιμητική θέση στο γραφείο του Αρογκόν.
«Πολλοί έρχονται και μου ζητούν να κάνω έκθεση με όλα αυτά, λέει ο Ρίτσος, και με το χέρι δείχνει τα πέτρινα και τα κοκκάλινα έργα του, που έχουν πια κατακλύσει το σπίτι. Πρόσφατα ήρθε ένας εκπρόσωπος μιας γκαλερί του Παρισιού… Ωστόσο δε θέλω, αυτά είναι πάρεγα, δεν είναι η δουλειά μου».
Πώς αλήθεια αντικρύζει τα ζωγραφικά του έργα ο Ρίτσος; Μας το λέει ο ίδιος. Πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε από τα εκδοτικά “Κέδρος” η δέκατη τρίτη έκδοση του βιβλίου του Κώστα Βάρναλη “η αληθινή απολογία του Σωκράτη” με εικονογράφιση Γιάννη Ρίτσου. Σ’ ένα σύντομο πρόλογο για την εικονογράφιση του βιβλίου ο Ρίτσος λέει για τη ζωγραφική του: «Δεν είμαι ζωγράφος, παρ’ ότι απ’ τα πρώτα παιδικά χρόνια μου ασχολούμαι με τη ζωγραφική στο διάλειμμα της συγγραφικής δουλειάς μου. Αυτό το “στα διαλείμματα” δηλώνει καθαρά τον ανεύθυνο ερασιτεχνισμό αυτής μου της ασχολίας».
Ωστόσο, οι ζωγραφισμένες πέτρες του Ρίτσου είχαν κάνει όλο το δρόμο ως το Παρίσι, για να εκτεθούν στο χώρο όπου είχε ανέβει η “Ρωμιοσύνη”. Και εντυπωσίασαν!”
Το παραπάνω απόσπασμα είναι από αφιέρωμα της εφημερίδας Ριζοσπάστης με ημερομηνία 26/01/1975 -το βρήκα στο αρχείο της εφημερίδας.
Μια και φέτος είναι επίσημα “Έτος Ρίτσου” αλλά η “μαμά πατρίδα” -ως συνήθως- απέχει… Αντιγράφω από το κάλεσμα της Αγγελικής Κώττη, που την ξέρουμε και σαν “Εαρινή Συμφωνία” : Δεν μπορώ να δεχτώ πως έχουμε Ετος Ρίτσου και η μητριά- πατρίδα ακόμα κοιμάαααααται. Και μάλιστα, έναν ύπνο του αδίκου. Επομένως, ας πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Και μια και εγώ είμαι πάντα οπαδός του “συν Αθηνά και χείρα κίνει”, σήμερα, Πρώτη Μάη, ημέρα γενεθλίων του ποιητή, θέλω να τον θυμάμαι. Πάντα.
«Να με θυμόσαστε – είπε.
Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα.
Την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα.
Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα.
Πάμπτωχος.
Μ’ ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα.
Να με θυμάστε»
Καλημέρα 
Καλό Μήνα!
[και, είναι γνωστό, αλλά να το ξαναλέμε: σήμερα δεν είν' αργία, είν' Απεργία, ναι;]
“Τσ’ άνοιξης το χαμόγελο με το δικό σου μοιάζει
κι όταν γελάς σα να θωρώ την εποχή ν’ αλλάζει…”
Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη, /Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώρα -λέει ο ποιητής. Και είναι στ’ αλήθεια σαν ξεκίνημα έρωτα κάθε φορά που έρχεται η Άνοιξη. Της ταιριάζει τόσο, άλλωστε -ξεκίνημα δεν είναι κι αυτός;
Την αγαπάω πολύ την άνοιξη, είναι φανερό μάλλον. Είναι η δική μου εποχή. Για χίλιους λόγους.
Γιατί είναι φωτεινή και χαρούμενη.
Γιατί μυρίζει τριαντάφυλλα, γαζία, βιολέτες, πασχαλιές και φρέζιες. Γιατί έχει γεύση από φράουλες, κεράσια και βερύκοκα. Γιατί έχει τα χρώματα του ουράνιου τόξου μετά από βροχούλα, του βρεγμένου γρασιδιού το έντονο πράσινο μετά από μπόρα, του ήλιου το χρυσαφένιο όταν φωτίζει η ανατολή, της παπαρούνας το φλογισμένο κόκκινο. Γιατί κάθε καινούρια άνοιξη γεμίζει ο ουρανός χελιδόνια και η γη λαμπερές πασχαλίτσες. Γιατί είναι υπέροχο να αγγίζεις το βρεγμένο χώμα, τα βελούδινα φύλλα των λουλουδιών, να σε ζεσταίνει σα να σε χαϊδεύει ο ήλιος και να ονειρεύεσαι τη θάλασσα. Γιατί… είναι Άνοιξη.
Ακόμα κι αν σε ζορίζει ώρες ώρες. Ακόμα κι αν δεν την αντέχεις εύκολα, ακόμα κι αν είναι ώρα για σκέψεις. Ακόμα κι αν χρειάζεται να κάνεις ξεκαθαρίσματα (από πέρσι τα παλεύω, ακόμα δεν γέμισα τα κουτάκια μου…). Ακόμα κι αν, έτσι ξαφνικά -ή λιγότερο ξαφνικά (αφού καιρό φαινότανε), αποφασίζεις να περπατήσεις μπροστά, να πας παραπέρα. Ακόμα κι αν υπάρχει ο κίνδυνος, καθώς η άνοιξη μπαίνει -μέρα μεσημέρι και φωτίζει τα πάντα, να σε κάνει να δεις κατάματα τις αλήθειες σου. Ακόμα κι αν σε προλάβει να είσαι λυπημένη, μόνη και μπερδεμένη. Ακόμα κι έτσι είναι υπέροχη, μαγική. Και κάνει ακριβώς ότι χρειάζεσαι, τελικά. Γιατί πώς να πας παρακάτω αν δεν κοιτάξεις και δεν ξεκαθαρίσεις και δεν αποφασίσεις τα “πίσω” σου; Κι αν δεν αφήσεις χώρο για το φως, πώς θα ‘ναι σα να μπαίνει Άνοιξη;
Πάντα νομίζω πως το μόνο που ήθελα ήταν η Άνοιξη. Κι ενώ ήταν μπροστά μου δεν την έβλεπα. Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω πώς, αλλά μου τη χρωστούσε -η ζωή. Και άρχισε να έρχεται, δειλά ήρθε η πρώτη Άνοιξη, με πιο μεγάλα βήματα οι επόμενες. Και μου φαίνεται ότι θα την κρατήσω για πολύ -δε λέω για πάντα, μπορεί να περάσω και στο καλοκαίρι κάποτε… Αλλά για την ώρα,
Κόκκινο τριαντάφυλλο
Είσαι μες στην καρδιά μου
Την νύχτα γίνεσαι πληγή
Που τρώει τα σωθικά μου
Έρχεσαι πάντα πιο νωρίς
Κανείς δε σε γνωρίζει
άλλον τον κάνεις ν’ αγαπά
Κι άλλον να μη γυρίζει
Και δε σου φτάνουν όλ’ αυτά
Φεύγεις και δε θυμάσαι
Ωραία είσαι άνοιξη
Γιατί δεν μας λυπάσαι…
Να έχουμε όλοι μια υπέροχη, χαρούμενη και χαμογελαστή Άνοιξη. Και πολλές πολλές ακόμα. Και γεμάτες χαρούμενα, κατακόκκινα “ζούδια” -Χρόνια Καλά Δημητρούλι μου!
Καλημέρα!
**ναι, η επικεφαλίδα στο blog άλλαξε πάλι -μέχρι να γίνω γιαγιά θα την αλλάζω, κι ας με πειράζεις! :p
**εσένα σ’ ευχαριστώ που αλλάζεις πάντα το λινκ!
**τα λουλούδια είναι του κήπου μου, και τα τραγούδια -βεβαίως- αφιερωμένα… στην Άνοιξη ντε, τι ρωτάτε;
**και ναι, είναι πια σίγουρο: οι άνθρωποι που είναι γεννημένοι Άνοιξη είναι οι καλύτεροι, και δε σηκώνω κουβέντα!
υγ. Τα κερ-άσματα της Άνοιξης, που είναι “κρυμμένα” στο κείμενο:
Τσ’ άνοιξης το χαμόγελο, Βασίλης Σκουλάς (Γιώργης Σταυρακάκης, Άνθη του Χρόνου 2007)
Ανοιξιάτικη Βροχούλα, Βαγγέλης Γερμανός (Τα μπαράκια 1981)
Ανοιξιάτικη μπόρα, Ορφέας Περίδης (Μιλτιάδης Μαλακάσης/Ορφέας Περίδης, Απ’ το παράθυρο κοιτώ 2004)
Με την καινούρια Άνοιξη, Βασίλης Σκουλάς(Γιώργος Σταυρακάκης/Βασίλης Σκουλάς, Σεριάνισμα στην Κρήτη 1980)
Δεν την αντέχεις εύκολα την Άνοιξη, Χάρις Αλεξίου (Ηλίας Κατσούλης/Νίκος Τάτσης, Εμφύλιος Έρωτας 1984)
Η άνοιξη, Άλκηστις Πρωτοψάλτη (Λίνα Νικολακοπούλου/Σταμάτης Κραουνάκης, Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ 1985)
Άνοιξη μπαίνει μεσημέρι, Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Οδυσσέας Ιωάννου/Θάνος Μικρούτσικος, Θάλασσα στη σκάλα 1999)
Αν με προλάβει η Άνοιξη, Χάρις Αλεξίου (Κώστας Χατζής, Η Αλεξίου τραγουδάει Χατζή 1991)
Άνοιξη, Σοφία Βόσσου (Ανδρέας Μικρούτσικος, Άνοιξη 1991)
Η πρώτη άνοιξη, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, (Μίνωας Μάτσας, Ο μάγος της πόλης 1997)
Ωραία είσαι Άνοιξη, Γλυκερία-Δημήτρης Ζερβουδάκης (Θοδωρής Κοτωνιάς, Άνοιξη 2004)




























































