κιόλας Άνοιξη..!


Ναι, είναι γνωστό -είμαι παιδί της Άνοιξης. Μ’ αρέσουν κι οι άλλες εποχές, μα δεν αντέχω το χειμώνα (βέβαια, μεταξύ μας, έτσι που έχουμε κάνει το κλίμα στον πλανήτη, δεν έχουμε χειμώνα τα τελευταία χρόνια, αλλά τέλος πάντων…). Πάντα πανηγυρίζω τον ερχομό της Άνοιξης -είναι για μένα εποχή ανοιγμάτων, ανανέωσης, αποφάσεων, εποχή που μπορείς -που βοηθάει- να ξεκαθαρίσεις και να πας παρακάτω… Τα ίδια έλεγα, δυο χρόνια πριν, και μου φαίνεται ότι έκανα πολύ δρόμο από τότε. Άλλαξα, πολλά στη ζωή μου -μικρά και μεγαλύτερα, πρακτικά και λιγότερο πρακτικά. Και έχω ακόμα, μα…

… μα φέτος η Άνοιξη παραήρθε νωρίς! Πριν καλά καλά μπει ο Μάρτης, πριν γράψουν τα ημερολόγια, πριν βάλουμε ξανά τα μάλλινα στη ντουλάπα, ήταν ήδη εδώ! Και δεν το λένε μονάχα τα λουλούδια, που τρελάθηκαν κι ανθίζουν από το Φλεβάρη.  Εμάς εδώ στο σπίτι μας, μας το ανακοίνωσε πανηγυρικά η Φρίντα!

Οι πιο παλιοί επισκέπτες του blog θα θυμάστε τη Φρίντα (που ήταν -νομίζαμε πως ήταν- Φρέντυ, στην αρχή… ). Για τους νεώτερους, κι όσους (λίγοι φαντάζομαι) δε μας ξέρουν, είναι η σκιουρίνα μας, που έγινε κιόλας τριών περίπου χρόνων. Ε, οι Φρίντες, μόλις ξεκινήσουν τα κρύα, πέφτουν –κι αυτές– σε χειμερία νάρκη. Και ξυπνούν την Άνοιξη. Και δε φτάνει που ξυπνούν, αλλά θέλουν -ντε και καλά!- να ζευγαρώσουν, κιόλας..! Και το ανακοινώνουν πανηγυρικά -όχι, ακούστε πώς με ξύπνησε τα χαράματα της Κυριακής:

(η ηχογράφηση είναι με κινητό, με το τζάμι κλειστό και τη Φρίντα έξω στο μπαλκόνι -όταν μας βλέπει ή μας ακούει κοντά, σταματάει, κι έτσι δεν κατάφερα να βγάλω βιντεάκι!)

Αν έπρεπε να βάλω χρώμα στην Άνοιξη, θα ήταν αδύνατο· είναι όλα τα χρώματα μαζί. Και με τις μυρωδιές θα με δυσκόλευε -είναι όλες οι μυρωδιές της εξοχής μαζί. Αλλά αν ήταν για μουσική… για μένα πάντα η Άνοιξη ήταν ένα βαλς, ένας από τους παλιούς χορούς που αγαπώ -και που μ’ αρέσει να χορεύω…

(το Βαλς της Ηλέκτρας, Μιλτιάδης Πασχαλίδης/ Ξένιος – Η Κρήτη εντός μου, 2010)

Καλή Άνοιξη, λοιπόν -ας είναι, φέτος, επιτέλους!

Καλημέρα

[ό,τι ώρα κι αν είναι 😉  ]

Advertisements

Σσσσ…

Μπήκε, κι επίσημα, ο χειμώνας. Και είναι πια γνωστό (κάθε χρόνο το λέω) πως πασχαλίτσες πέφτουν σε ένα είδος «παύσης«, αδράνειας το χειμώνα -όπως και πολλά άλλα έντομα. Είναι διαφορετική από τη νάρκη των ζώων, γιατί στη διάρκεια αυτής της παύσης δεν αναπτύσονται -απλά επιβιώνουν. Και “ξυπνάνε” όταν είναι πάλι οι συνθήκες έξω κατάλληλες.

Τις έβαλα λοιπόν κι εγώ τις πασχαλίτσες μου για ύπνο. Και θα έδινα τα πάντα να μπορούσα να κοιμηθώ έτσι ξένοιαστα μαζί τους!

Από την άλλη, τούτες οι γιορτές είναι διαφορετικές. Κι από τις «παγωμένες» περσινές, κι από όλες τις προηγούμενες, τουλάχιστον για μας. Έχουν ένα διαφορετικό «αέρα» -πού θα μας πάει, δεν ξέρουμε ακόμα. Αλλά για καλό φυσάει, έτσι κι αλλιώς, ο αέρας -καθαρίζει.

Έφτασε σχεδόν η παραμονή. Ο Άκης κάνει όλο το απόγευμα πρόβα στα κάλαντα, θα πάει για πρώτη φορά φέτος με το φίλο του –χωρίς μαμάδες να ακολουθούν– στη γειτονιά. Έχουμε ορίσει τα «όρια» που θα κινηθούν, και το χρόνο που θα κάνουν, ώστε να μην χρειαστεί να τους αγχώσουμε με «παρακολούθηση» και να νιώθουν άνετα. Και αν όλα πάνε καλά, θα έχουμε επανάληψη στην παραμονή της Πρωτοχρονιάς και των Φώτων.

Δεν είμαι πολύ Χριστουγεννιάτικος τύπος, που λέει κι η φίλη μου η Meniek. Και με τις ευχές δεν τα πάω πολύ καλά. Η μόνη που δίνω πάντα, μέσα απ’ την καρδιά μου, είναι να έχουμε υγεία κι αγάπη. Αυτό θα ευχηθώ και φέτος, λοιπόν, σε όλους.

Καλημέρα 🙂

Καλές Γιορτές

Χρόνια Καλά, όμορφα και ζεστά -κι αγαπημένα.

Με πέντε λέξεις και δυο φεγγάρια.

Η Αριάδνη χασμουρήθηκε. Τι βαρετή ομιλία! Είχε έρθει με το ζόρι —από υποχρέωση στον διοργανωτή— σ’ αυτό το σεμινάριο, και τώρα βαριόταν αφάνταστα. «Αποτελεσματική επικοινωνία και πωλήσεις», το θέμα. Πάντως ο ομιλητής έχει αποτύχει στην αποτελεσματική επικοινωνία, μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια της.

Κοίταξε τριγύρω. Όλοι σε παρόμοια κατάσταση. Η διπλανή της μουτζούρωνε το ακριβό σημειωματάριο που τους είχαν δώσει, και ζωγράφιζε λουλουδάκια — σε Άνοιξη είναι κι αυτή, σκέφτηκε χαμογελώντας. Από την απέναντι μεριά ο Γιώργος της έγνεψε όταν ένιωσε το βλέμμα της. Αφού την κατάλαβε ενώ έπαιζε με αφοσίωση με το κινητό του, πάλι καλά! «Μα τι έρωτας κι αυτός, με την τεχνολογία», χαμογέλασε. «Ούτε λεπτό δεν το αφήνει! Και να πεις ότι κάνουν και τίποτα… αυτή η νέα γενιά, που βαδίζει;» Χαμογέλασε ξανά. Είχε περάσει τα 40, έδειχνε γύρω στα 30 και σκεφτόταν σαν 60άρα! Παράνοια. Αλλά έτσι ήταν πάντα, μεγάλη, πριν την ώρα της. Αυτό πλήρωνε, ακόμα. Τη χαμένη εφηβεία της.

Αυτό της τόνιζαν συχνά φίλοι, γνωστοί, ο άντρας της, οι κόρες της, ακόμα και το αφεντικό της. «Παλιμπαιδίζεις τελευταία» της είπε μετά την πρόσφατη σύσκεψη. «Μα γιατί; Επειδή δεν φοράω καθημερινά Σανέλ ταγέρ και δωδεκάποντα; Αφού δεν είναι βολικά, δεν θα μπορούσα να σταθώ! Και στην εταιρεία δεν έχουμε τόσο αυστηρό dress code», του είπε, έκπληκτη που ολόκληρο διευθυντή τον απασχολούσε η εμφάνισή της. «Αλλά όχι να φοράς και τζιν με αθλητικά! Ας είναι και φίρμες, ακριβά και καλοραμμένα — δεν παύουν να είναι ρούχα νεολαίας. Και δεν ταιριάζουν πια με την εικόνα σου!»

Στέλεχος σε παράρτημα μεγάλης πολυεθνικής, με καριέρα που ζήλευαν πολλοί από τους άντρες συναδέλφους της. Παρ’ όλο που ξεκίνησε αργά, αφού παντρεύτηκε (πολύ μικρή, ενώ σπούδαζε ακόμα) και γέννησε τα δυο κορίτσια της. Και τα είχε καταφέρει με την αξία της· τόσα χρόνια, κανείς δεν είχε μπορέσει να της πει κακή κουβέντα. Κανείς δεν αμφισβήτησε τις ικανότητες και τα προσόντα της, ούτε καν οι πιο αυστηροί “εχθροί” της. Η μόνη γυναίκα σε τόσο υψηλή θέση στην εταιρεία! Ίσως γι’ αυτό και το «αντρικό, νεανικό» ντύσιμο — δεν ήθελε να ξεχωρίζει.

Το χλιαρό χειροκρότημα στην αίθουσα την προσγείωσε. «Επιτέλους», της έγνεψε ο Γιώργος. «Πάμε για φαγητό; Πεινάω σα λύκος!». Εκείνη δεν πεινούσε, μα ήθελε να του κάνει παρέα. Ο Γιώργος ήταν ο πιο παλιός της φίλος στη δουλειά. Από τις πρώτες μέρες. Δίπλα δίπλα τα γραφεία τους τότε, διπλανά και τώρα –τα μεγέθη μόνο είχαν αλλάξει.

«Δεν θα έρθει η Δέσποινα;»
«Μπα, θα έχει γυρίσει ήδη στο σπίτι, ο μικρός δεν ήταν πολύ καλά το πρωί»
«Γιατί δεν πας κι εσύ, τότε;»
«Και να σ’ αφήσω γυρίσεις σπίτι σου μόνη;»
«Σιγά, δεν θα με φάνε οι αρκούδες!»
«Εσύ, θα με άφηνες μόνο μου;»

Εδώ η Αριάδνη δεν μπορούσε να απαντήσει “Ναι”. Δεν θα τον άφηνε ποτέ μόνο του. Πάνω από τις δικές της ανάγκες κι επιθυμίες, έβαζε πάντα αυτές των ανθρώπων που αγαπούσε. Μια ζωή έτσι, τώρα στα γεράματα θ’ αλλάξει; Και τον Γιώργο τον αγαπούσε. Ήταν ο πιο δικός της άνθρωπος. «Άντε, πάμε λοιπόν», της είπε ανυπόμονα.

Βγήκαν έξω. Είχε κιόλας σκοτεινιάσει. Οι δρόμοι στο κέντρο της πόλης ήταν φωτισμένοι, μ’ αυτά τα κιτρινιάρικα φώτα στις κολώνες. «Στη γειτονιά μου έχουν βάλει λάμπες χαμηλής κατανάλωσης», παρατήρησε. «Έχετε καλό δήμαρχο», της είπε ο Γιώργος χαμογελώντας. Πάλι στην πολιτική θα μου το γυρίσει, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της. Και, για να τον προλάβει: «Με βοηθάς να ανέβω στο πεζοδρόμιο;»

«Πού θέλεις να πάμε;»
«Στο συνηθισμένο εστιατόριο»
«Εντάξει, από δω…»
Δεν πρόφτασε να κάνει ένα βήμα, ακούστηκε το κινητό του.
«Ναι, μόλις βγήκαμε… Τι; Καλά, έρχομαι αμέσως!»

«Πρέπει να φύγω», της είπε. «Ο μικρός ανέβασε ξαφνικά πυρετό, και η Δέσποινα φοβάται ότι…»
«Ξέρω», τον έκοψε. Το πρώτο τους παιδί, το είχαν χάσει πριν από 3 χρόνια — έτσι ξεκίνησε, με έναν ξαφνικό πυρετό.
«Φύγε, θα τα καταφέρω. Φύγε, τρέχα σου λέω!»
Την κοίταξε, διστάζοντας ακόμα.
«Να σε πάω ως το αυτοκίνητο, τουλάχιστον…»
«Φύγε, είναι κοντά.»
Της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο — πάντα αυτή την κίνηση έκανε, για να την χαιρετήσει.
«Να μου τηλεφωνήσεις μόλις φτάσεις σπίτι, ναι;»
«Κι εσύ, αν πιο πριν έχεις νέα του παιδιού. Μην καθυστερείς άλλο. Και…»
«Ξέρω, να προσέχω»
«Ναι. Και να μου πεις αν χρειαστεί κάτι»
«Πάω. Θα τα πούμε»
«Να μου το φιλήσεις. Και… να προσέχεις!!!»
«Δεν αντέχεις αν δεν το πεις!» γέλασε, κι έφυγε με μεγάλα βήματα.

Έμεινε να τον παρατηρεί που απομακρυνόταν. Πάντα έτρεμε για τους άλλους. Έτσι την πάτησε εκείνη — για να μην χτυπήσει την άλλη κοπέλα το αυτοκίνητο… Ουφ, τι πας και θυμάσαι τώρα! είπε δυνατά. Ένας νεαρός, που περπατούσε δίπλα, σταμάτησε και την κοίταξε. «Είπατε κάτι;» ρώτησε ευγενικά. «Όχι, συγγνώμη. Στον εαυτό μου μιλούσα», του απάντησε με χαμόγελο.

Άρχισε να περπατάει αργά στο πεζοδρόμιο. Χάζεψε, καθώς περνούσε, τις βιτρίνες στα κλειστά —από ώρα— μαγαζιά. Ξαφνικά, μια πόρτα άνοιξε. Μια κυρία, με ένα αγοράκι στο ένα χέρι και σακούλες στο άλλο, βγήκε από ένα μαγαζί φωτισμένο. Μαζί τους, βγήκε και το τραγούδι από το ραδιόφωνο:

…κι άσε τις απειλές πως δήθεν θα υποφέρω
και να σκεφτείς ότι σαν σήμερα σε γνώρισα…

613476339l

Πόσα χρόνια είχε να το ακούσει αυτό το τραγούδι! Από τότε… Τα μάτια της έλαμψαν, καθώς θυμήθηκε τη σκηνή: Ένα ζευγάρι, όμορφο, ερωτευμένο, να χορεύει αγκαλιά στην πίστα. Κι από πάνω τους ένα φεγγάρι κίτρινο ν’ αστράφτει, καθώς ρίχνει τη λάμψη του στη θάλασσα… Το βλέμμα της σηκώθηκε ψηλά, στην ταμπέλα του μαγαζιού. Για δες τι μπορεί να σου θυμίσει ένα παλιό τραγούδι, από το ραδιόφωνο ενός μπακάλικου! Και…, πόσες του μηνός έχουμε σήμερα;

Άνοιξε την τσάντα της, πήρε το κινητό της και σχημάτισε έναν αριθμό.
«Αριάδνη!»
«Καλησπέρα, Δημήτρη!»
«Μόλις άγγιζα το τηλέφωνο να σε πάρω — είδα το ημερολόγιο…»
«Θυμάσαι;»
«Μπορώ να ξεχάσω;»
«Εγώ παραλίγο, πάντως. Πού είσαι;»
«Στο γραφείο, ακόμα»

Η πόρτα του μπακάλικου άνοιξε ξανά. Οι τελευταίοι στίχοι του τραγουδιού, ακούστηκαν:

Πώς να γλυτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο
πώς θες να αλλάξουμε ουρανό….
…τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια
που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό…

Η Αριάδνη σήκωσε τα μάτια της ξανά, πιο ψηλά αυτή τη φορά. Ανάμεσα στις πολυκατοικίες, ένα ολοστρόγγυλο κίτρινο φεγγάρι έφεγγε στον ουρανό.

Πανσεληνος...

Δίδυμα Φεγγάρια, Αλέκα Κανελλίδου & Δημήτρης Μητροπάνος –Κώστας Φασουλάς/Μάριος Τόκας (Δίδυμα φεγγάρια, 1993)

——————————————-

υγ1. Το κείμενο είναι -πολύ πολύ καθυστερημένη- απάντηση στην πρό(σ)κληση του Σωτήρη να «παίξω», με τις λέξεις: ομιλία, κατανάλωση, έρωτας, αφεντικό, μπακάλικο. Το μόνο που έκανα εγώ είναι να προσπαθήσω -όσο μπορούσα-  να τις «δέσω», και να κολλήσω και ένα από τα πολύ αγαπημένα μου τραγούδια. Δική του είναι και η φωτογραφία του φεγγαριού (να μάθει να με ταλαιπωρεί!)  :))  [Ευχαριστώ, σου είπα;]

υγ2. Οι επόμενοι «παίζουν» με τις λέξεις: αυστηρός, εμπλέκω, κράνος, νανούρισμα, συνηθίζω (μην γκρινιάζετε, άνοιξα 5 φορές τυχαία το λεξικό. Με το Μπαμπινιώτη να τα βάλετε!)

υγ3. Ποιοι είναι οι επόμενοι: όποιος θέλει, δεν θα βάλω κανένα.  Όποιος έχει κέφι, ας το κάνει.

υγ4. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και γεγονότα (δεν) είναι εντελώς συμπτωματική (πάντα ήθελα να το γράψω αυτό! :p)

υγ5. Ήταν προγραμματισμένο να μπει στις αρχές Δεκέμβρη, μαζί με 3-4 άλλα παιχνίδια που χρωστάω. Αλλά τα γεγονότα το έφεραν πίσω (παρ’ ότι «ανέβηκε» κατά λάθος, και σε κάποιους reader ίσως να φάνηκε).Είναι γραμμένο με εντελώς άλλη διάθεση, σε εντελώς άλλο κλίμα. Το κοιτάω τώρα ένα μήνα στα πρόχειρα, βαρέθηκα να το βλέπω -μ’ «έπιασε» και το φεγγάρι, σήμερα… Αυτό το φεγγάρι, πόσες ζημιές κάνει! Και ειδικά το σημερινό, το φεγγάρι του Γενάρη, το Wolf Moon των Ινδιάνων.  Πώς να το προσπεράσω εγώ; 😉 

υγ-bonnus1 :(ξ)αδερφούλη, ευχαριστώ! (δις):)

υγ-bonnus2: Εσύπάλι τη γλύτωσες, αλλά έχε χάρη! :p

υγ-bonnus 3: Ο τίτλος είναι παραπλανητικός -οι λέξεις, στην πραγματικότητα, είναι 1236! Πως τα κατάφερα δεν ξέρω, αλήθεια σας λέω! :p

Καλημέρα 🙂

Καλή βδομάδα…

τέλος, κι αρχή;…

Έγραψα κι έσβησα άπειρες φορές τούτο το κείμενο… Δεν ξέρω τι να πω, δεν ξέρω τι να ευχηθώ φέτος 

Δεν έχω ξανακάνει πιο «αμήχανες» γιορτές… 

Έκλεψα λοιπόν, μια ζωγραφιά του Άκη από το αγαπημένο του βιβλίο, το Μικρό Πρίγκιπα….

αντί για άλλα λόγια 

κι αντί για  ευχή….

– Τώρα και εκατομμύρια χρόνια, τα λουλούδια πετάνε αγκάθια. Κι όμως, τώρα και εκατομμύρια χρόνια, τα αρνιά τρώνε τα λουλούδια. Δεν είναι, λοιπόν, σοβαρό θέμα να προσπαθείς να καταλάβεις γιατί τα λουλούδια κουράζονται τόσο πολύ για να ξεπετάνε αγκάθια που ποτέ δεν χρησιμεύουν σε τίποτα; Δεν είναι σημαντικό πρόβλημα ο πόλεμος ανάμεσα στα αρνιά και τα λουλούδια; Δεν είναι πολύ πιο σοβαρό και πιο σημαντικό από τους λογαριασμούς ενός χοντρού κόκκινου κυρίου; Κι αν εγώ ήξερα ένα μοναδικό στον κόσμο λουλούδι, που δεν υπήρχε πουθενά αλλού, εκτός από τον πλανήτη μου και που ένα μικρό αρνί μπορεί να το καταστρέψει με μια χαψιά, έτσι, ένα πρωί, χωρίς να καθόλου να σκεφτεί αυτό που κάνει, αυτό δεν είναι σημαντικό και σοβαρό θέμα;

 

Κοκκίνισε, ύστερα πρόσθεσε:

– Αν κάποιος αγαπάει ένα λουλούδι που δεν υπάρχει παρά μόνο ένα δείγμα του μέσα σε εκατομμύρια και εκατομμύρια αστέρια, αυτό είναι αρκετό για να νιώθει ευτυχισμένος όταν το κοιτάζει. Σκέπτεται «Το λουλούδι μου είναι κάπου εκεί…» Μα αν το μικρό αρνί φάει το λουλούδι, θα ‘ναι για κείνο σαν να είχαν ξαφνικά σβηστεί όλα τ’ αστέρια! Κι αυτό δεν είναι σημαντικό!…

natasa-001

«Voici mon secret. Il est très simple: on ne voit bien qu’avec le cœur. L’essentiel est invisible pour les yeux.»

«Αυτό είναι το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό. Μόνο με την καρδιά μπορεί κάποιος να δει σωστά – αυτά που είναι πραγματικά σημαντικά δεν μπορούν να τα δουν τα μάτια».

..και, όχι το πιο αγαπημένο μου τραγούδι, αλλά σίγουρα αυτό που άκουσα πιο πολλές φορές τη χρονιά που πέρασε
και που –σπάνια μου συμβαίνει– από την πρώτη φορά ένιωσα ότι το έχουν γράψει για μένα 🙂

Να μ’ αγαπάς (Gente que si), Τρίφωνο – Λίνα Νικολακοπούλου/Carlos Libedinsky (Προσοχή Τρίφωνο, 2008)

Να μ’ αγαπάς, να σταθούμε εδώ σε μια γωνιά
Να κοιταχτούμε λες κι ειν’ γιορτή, πρωτοχρονιά

Να με κρατάς αγκαλιά σφιχτά γιατί μου πήρε πολλά το εφτά
εκτός κι αν είπα εγώ το έλα σ’ όλα αυτά

Μακάρι να ‘ναι η καρδιά μου ρόδι τυχερό
να στο χαρίσω να στάζει αγάπη ένα σωρό

Στα μαξιλάρια και στο χαλί να ξεχαστώ να μου λες πολύ
Κι ας κάνει ο φόβος κι άλλη τρύπα στο νερό

Να περπατάμε χέρι-χέρι ως το πρωί
Του τραμ οι ράγες κάτι ξέρουν, δεν μπορεί
Τα χρόνια φεύγουν, γοργά περνούν και μ’ αναμνήσεις μετά γυρνούν
Μικρά τα ονόματα που όλα τα χωρούν

Να μ’ αγαπάς με τα λάθη μου όλα στη σειρά
Στο σινεμά στο κορμί μου κόλλα τρυφερά
Δεν ειν’ ο κόσμος ιδανικός, για το ταξίδι είναι δανεικός 
Για να ‘χει όνειρα να κάνει ο ενικός

Να μου μιλάς μεσημέρι, βράδυ και πρωί
Στα ξαφνικά, στο μικρό μπλακ άουτ της Δ.Ε.Η.
Και μέχρι να ‘ρθει ξανά το φως, αυτός ο λόγος ο πιο κρυφός
θα δει ν’ ανοίγουμε μια πόρτα στη ζωή

Να μ’ αγαπάς εαυτέ μου, σ’ έψαχνα παντού
Κι ενώ ενοχές κι αντοχές μου ‘δίναν ραντεβού
απ’ τα ακριβά μου στα πιο φθηνά κι απ’ τη φωλιά μου στο πουθενά
συναντηθήκαμε στη μέση του καιρού

Να μ’ αγαπάς, να σταθούμε εδώ σε μια γωνιά
Να κοιταχτούμε λες κι ειν’ γιορτή, πρωτοχρονιά
Να μου μιλάς σιγανά στ’ αυτί γιατί σ’ ακούνε την νύχτα αυτή
παλιά μου όνειρα που χρόνια είχαν κρυφτεί….

 

Καλημέρα 🙂

Καλή -καλή -καλή 

καλύτερη χρονιά..!  🙂

γιατί; …

Δε θα λένε: Τον καιρό που η βελανιδιά τα κλαδιά της ανεμοσάλευε.

Θα λένε: Τον καιρό που ο μπογιατζής τσάκιζε τους εργάτες.

Δε θα λένε: Τον καιρό που το παιδί πετούσε βότσαλα πλατιά στου ποταμού το ρέμα.

Θα λένε: Τον καιρό που ετοιμάζονταν οι μεγάλοι πόλεμοι.

Δε θα λένε: Τον καιρό που μπήκε στην κάμαρα η γυναίκα.

Θα λένε: Τον καιρό που οι μεγάλες δυνάμεις συμμαχούσαν ενάντια στους εργάτες.

Μα δε θα λένε: Ήτανε σκοτεινοί καιροί.

Θα λένε: Γιατί σωπαίναν οι ποιητές τους;

(Μπέρτολτ Μπρεχτ, «Τα ποιήματα»,
μετάφραση Μάριος Πλωρίτης, εκδόσεις Θεμέλιο)

——————————————————

Από το Σάββατο το βράδυ, μια παγωνιά έχει απλωθεί πάνω σε τούτη τη χώρα. Και δεν είναι από το χειμώνα που έρχεται. Είναι από το χειμώνα που ήταν εδώ, και δεν τον είχαμε πάρει χαμπάρι. Και δεν τον είχαμε πάρει χαμπάρι, γιατί δεν θέλαμε, οι στρουθοκάμηλοι. «Μπήκαν στην πόλη οι οχτροί, σπαθιά κρατούσαν οι οχτροί -κι εμείς τα πήραμε για φυλαχτά, την άλλη μέρα…».  Ναι, έτσι -θέλαμε να- ήταν.

 

Διαβάζω, από την πρώτη στιγμή. Ακούω ραδιόφωνο, άνοιξα ακόμα και την τηλεόραση. Θέλω να μάθω. Να ξέρω. Είναι όπλο η γνώση, μας έλεγαν -τότε- στο σχολείο. Κι εμείς νομίζαμε για γνώση τα πτυχία, και βάλθηκε η γενιά μας να τα κάνει συλλογή, κι έσπρωξε και τις επόμενες γενιές σ’ αυτό. Για να καταλήξουμε, οι συλλέκτες, άνεργοι -ή στην καλύτερη περίπτωση με 500, 600, 700 ευρώ μισθό. Και να ψάχνουμε τώρα ποιος φταίει. Και να είναι η «γνώση» μας άχρηστη, ανίκανη να μας βοηθήσει.

Και επιτέλους, έσπασε το σπυρί. Τραγικά, αλλά έγινε. Και βγήκαν τα 16άχρονα στο δρόμο, και μας βάλαν τα γυαλιά. Και κάτσαμε στους καναπέδες μας, μπροστά στα χαζοκούτια μας, και τα σχολιάζαμε κιόλας!

Όλες αυτές τις μέρες, τα συναισθήματά μου εναλλάσσονται με τρομερή ταχύτητα. Λυπάμαι. Θυμώνω. Οργίζομαι. Τρέμω.  Χαίρομαι. Κλαίω. Ουρλιάζω. Και ξανά απ’ την αρχή… 

Βρέθηκαν άνθρωποι να πουν: τι ήθελαν τα 16χρονα στα Εξάρχεια, Σάββατο βράδυ, 9 η ώρα; Θα μπορούσαν να πουν: Φταίει ο Αλέξανδρος, που βρέθηκε μπροστά στη σφαίρα του μπάτσου -ας έκανε λίγο πιο κει! Τα «καλά» 16χρονα μένουν κλειδωμένα στα σπίτια τους, μπροστά στα χαζοκούτια τους, μαζί με τους βολεμένους γονείς τους. Κι όταν στο δρόμο τους συναντούν όργανα της τάξης να ξύνουν τα «όργανά» τους, γελάνε με το αστείο, δεν βγάζουν γλώσσα!!! Και «διαβάζουν», χωρίς να πάρουν χαμπάρι τι γίνεται γύρω τους (κάποιο από αυτά μπορεί να γίνει σπουδαίο αργότερα, μέχρι και αρχιεπίσκοπο το βλέπω!)  και δεν μιλάνε, δεν θυμώνουν, σκύβουν το κεφάλι και ακούν ό,τι τους λέμε. Και μεγαλώνοντας, θα γίνουν μια χαρά βολεμένοι πολίτες, με το γραφείο τους, το τζιπ τους, το ζεστό φαγητό τους, τα κινητά και τα παιχνίδια τους, κι όλα τακτοποιημένα.  

Ευτυχώς, δεν είναι όλα τα 16χρονα «καλά».  Κι ευτυχώς, μας το απέδειξαν. Και μένει σε μας, που περάσαμε τα 16, να σταθούμε δίπλα τους. Να τα ακούσουμε επιτέλους, έχουν πολλά να πουν. Για την ζωή που τους μάθαμε να ζουν. Για την παιδεία που τους δίνουμε. Για την υγεία που τους σακατέψαμε. Για τον ωχαδερφισμό που τα διδάσκουμε κάθε μέρα. Για τις απάνθρωπες πόλεις που τα φέραμε να μείνουν. Για τα δέντρα που τους καίμε κάθε χρόνο, για να φτιάξουμε μετά τα εξοχικά μας. Για τη δικαιοσύνη που τα «διδάσκουμε», με μεγαλοδικηγόρους που αθωώνουν εγκληματίες. Για το χρόνο που δεν τα φτάνει να ζήσουν. Για όλα όσα γίνονται γι’ αυτά, χωρίς αυτά.

Και να τα ακολουθήσουμε. Δεν είναι ντροπή. Και να βάλουμε κι εμείς ένα χεράκι, να μεγαλώσουν αλλιώς τουλάχιστον οι επόμενες γενιές. 

Δεν μπήκαν σήμερα «στην πόλη οι οχτροί». Ήταν εδώ, καιρό τώρα. Και, το χειρότερο: δεν φορούσαν κουκούλες. Φορούσαν στολές, και γραβάτες. Και μπορεί να τους βλέπουμε κάθε μέρα, δίπλα μας – ακόμα και στον καθρέφτη μας.

Καλημέρα. 

(δεν έχει χαμόγελα, σήμερα -έχει πένθος)

————————————–

υγ. «Δολοφόνος» είναι το ελάχιστο που θα μπορούσα να χαρακτηρίσω έναν άνθρωπο 37 χρονών, με ειδική για τέτοιες περιστάσεις εκπαίδευση, που σηκώνει το χέρι να πυροβολήσει -αφού κάποιος ανεγκέφαλος ανώτερος του επέτρεψε να έχει όπλο- 15χρονα παιδιά, μέσα στο κέντρο της πόλης, γιατί δεν άντεξε που τον είπαν «μπάτσο». Σήμερα, μετά το υπόμνημα που κατέθεσε στον ανακριτή, δεν μπορώ να βρω ΚΑΜΙΑ ελληνική ή άλλη ανθρώπινη λέξη να τον ονομάσω. Γιατί δεν μπορεί να ονομαστεί με καμιά λέξη ένα υποκείμενο, που -όντας και ο ίδιος πα-τέρας!- ψάχνει να βρει ψεύτικα ελαφρυντικά στην συμπεριφορά και τη σχολική διαγωγή του παιδιού, λες και ήξερε ποιο είναι όταν σήκωσε το χέρι του, λες και ό,τι κι αν είναι, δεν ήταν ΕΝΑ ΑΟΠΛΟ ΠΑΙΔΙ 15 χρονών. Και δεν έχει ΚΑΝ τα κότσια να ζητήσει συγγνώμη, έστω για τα μάτια του κόσμου.

και δεν θέλω να χαρακτηρίσω και τον «εξαίρετο» δικηγόρο του, που δήλωσε ότι  η δολοφονία οφείλεται σε ΠΑΡΕΞΗΓΗΣΗ! Και, ΑΚΟΥΣΤΕ ΤΟΝ! «…..Το ΑΝ ΕΠΡΕΠΕ να ΧΑΘΕΙ αυτό το παιδί, θα το ΚΡΙΝΕΙ Η ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ» !!!

Δεν φτάνουν οι λέξεις που μάθαμε, θα πρέπει να φτιάξουμε καινούργιες.