Ο «εικαστικός» Γιάννης Ρίτσος

Ο Γιάννης Ρίτσος, «ο ποιητής της Ρωμιοσύνης». Τα ποιήματά του γνωστά, τραγουδισμένα, αγαπημένα. Αλλά ο Ρίτσος είχε κι άλλο ταλέντο, λιγότερο γνωστό -ζωγράφιζε. Μια «ζωγραφική-γλυπτική», όπως έλεγε ο ίδιος:

«Έκανα μια, θα λέγαμε, ζωγραφική γλυπτική. Ξαφνικά μου έρχονταν μορφές ελληνικές οι οποίες σχετίζονταν με την αρχαία Ελλάδα, με τις αρχαιοελληνικές μορφές. Κάποτε ακολουθούσα τη γραφή της Κνωσού, κάποτε την κλασική… Μόνο ανθρώπινες μορφές κι ανθρώπινα σώματα, ποτέ τοπία. Σώματα ως επί το πλείστον γυμνά, ανθρώπινες μορφές και το πολύ πολύ άλογα».

Διαλέγοντας ως υλικά την πέτρα και το ξύλο, τα βότσαλα και τις ρίζες που ξεβράζει το κύμα ο ποιητής έμοιαζε να ελευθερώνει τα κρυμμένα τους μυστικά. Όπως σημειώνει ο Γ. Τσαρούχης «Το θέμα του είναι ένα σ’ ό,τι σχεδίασε και ζωγράφισε: η ανθρώπινη μορφή, που παλεύει με την αγριότητα του κόσμου για να αγριέψει και η ίδια στο τέλος και να γίνει τερατώδης και αλύπητη. Μα μέσα απ’ την αγριάδα και τη σκληρότητα, σαν σπίθα μέσα στη στάχτη, υπάρχει ατόφια αγάπη και, σαν περαστική αστραπή, ο έρωτας, πέρα από την εγκράτεια και την απόλαυση. Ο έρως που δημιουργεί τον κόσμο».

getimagedoΣτα έργα αυτά, δημιουργήματα τα περισσότερα της εξορίας, ο Γ. Ρίτσος διοχέτευσε την απελπισία του αλλά και τις άσβεστες ελπίδες του. Ζωγράφισε την ασχήμια, αλλά και την αγάπη του για τη ζωή και την ομορφιά. Αποτύπωσε τη μοναξιά του αλλά και τη βαθιά του πίστη στον άνθρωπο. «Ο Ρίτσος αναζητεί και ανακαλεί πάνω στις πέτρες του τον χαμένο παράδεισο: έναν κόσμο αιώνιας και αμάραντης νιότης, ερατεινά κορίτσια και αθλητικά αγόρια με ελληνικές κατατομές, εμπνευσμένες από την αρχαία αγγειογραφία» σημειώνει η Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα. «Το τραγικό του βίωμα ο ποιητής το αποτύπωσε σχεδόν αποκλειστικά και με μεγάλη εκφραστική ένταση στις ρίζες από καλάμια. Οι ίδιες οι ρίζες, βασανιστικές, ροζιασμένες του υπαγόρευαν τις μορφές που ανέσυρε με ελάχιστες γραμμές μέσα από τα πάθη του ξύλου. Γιατί οι ρίζες έχουν πάνω τους τα ίχνη του χρόνου, της φθοράς, του γήρατος. Έτσι βγήκαν αυτές οι μαρτυρικές φυσιογνωμίες, που ανταποκρίνονται στα πάθη του ποιητή, στα πάθη του λαού μας».

«Μόλις πρωτομπεί κανείς στο σπίτι του Ρίτσου έχει την εντύπωση πως μπαίνει σ’ ένα πρωτότυπο μουσείο. Τα τραπέζια, οι καρέκλες, οι τοίχοι, ακόμη και το πάτωμα έχουν κατακλυσθεί από τα έργα που φτιάχνει με τα χέρια του ο ποιητής. Πίνακες με σινική μελάνη σε καφετιά χρώματα, που θυμίζουν βυθό ή μικροσκοπική εξέταση της ζωής, ρίζες θάμνων σε φανταστικά σχήματα, κόκκαλα ζώων ζωγραφισμένα με το χέρι και πέτρες… δεκάδες πέτρες σ’ όλα τα σχήματα και τα μεγέθη.

Οι ζωγραφισμένες πέτρες του Ρίτσου, διαλεγμένες με στοργή από τον ίδιο σε στιγμές ανάπαυλας, στην παραλία της Σάμου, κι ύστερα σφραγισμένες μ’ εκείνη την εντελώς δική του προσωπικότητα, με μορφές αρχαϊκές, πρόσωπα, που λες και απαγγέλλουν στίχους του ποιητή… ή χορικά αρχαίου δράματος, έχουνε κι αυτές ξεπεράσει τα σύνορα της Ελλάδας. Δύο απ’  αυτές έχουν τιμητική θέση στο γραφείο του Αραγκόν

«Πολλοί έρχονται και μου ζητούν να κάνω έκθεση με όλα αυτά, λέει ο Ρίτσος, και με το χέρι δείχνει τα πέτρινα και τα κοκάλινα έργα του, που έχουν πια κατακλύσει το σπίτι. Πρόσφατα ήρθε ένας εκπρόσωπος μιας γκαλερί του Παρισιού…  Ωστόσο δε θέλω, αυτά είναι πάρεργα, δεν είναι η δουλειά μου».

Πώς αλήθεια αντικρίζει τα ζωγραφικά του έργα ο Ρίτσος; Μας το λέει ο ίδιος. Πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε από τα εκδοτικά «Κέδρος» η δέκατη τρίτη έκδοση του βιβλίου του Κώστα Βάρναλη «η αληθινή απολογία του Σωκράτη» με εικονογράφηση Γιάννη Ρίτσου. Σ’ ένα σύντομο πρόλογο για την εικονογράφηση του βιβλίου ο Ρίτσος λέει για τη ζωγραφική του: «Δεν είμαι ζωγράφος, παρ’ ότι απ’ τα πρώτα παιδικά χρόνια μου ασχολούμαι με τη ζωγραφική στο διάλειμμα της συγγραφικής δουλειάς μου. Αυτό το «στα διαλείμματα» δηλώνει καθαρά τον ανεύθυνο ερασιτεχνισμό αυτής μου της ασχολίας».

Ωστόσο, οι ζωγραφισμένες πέτρες του Ρίτσου είχαν κάνει όλο το δρόμο ως το Παρίσι, για να εκτεθούν στο χώρο όπου είχε ανέβει η «Ρωμιοσύνη». Και εντυπωσίασαν!»

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από αφιέρωμα της εφημερίδας Ριζοσπάστης με ημερομηνία 26/01/1975 -το βρήκα στο αρχείο της εφημερίδας.

Μια και φέτος είναι επίσημα «Έτος Ρίτσου» αλλά η «μαμά πατρίδα» -ως συνήθως- απέχει… Αντιγράφω από το κάλεσμα της Αγγελικής Κώττη, που την ξέρουμε και σαν «Εαρινή Συμφωνία» : Δεν μπορώ να δεχτώ πως έχουμε Ετος Ρίτσου και η μητριά- πατρίδα ακόμα κοιμάαααααται. Και μάλιστα, έναν ύπνο του αδίκου. Επομένως, ας πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Και μια και εγώ είμαι πάντα οπαδός του «συν Αθηνά και χείρα κίνει», σήμερα, Πρώτη Μάη, ημέρα γενεθλίων του ποιητή, θέλω να τον θυμάμαι. Πάντα.
«Να με θυμόσαστε – είπε.
Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα.
Την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα.
Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα.
Πάμπτωχος.
Μ’ ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα.

Να με θυμάστε»
Καλημέρα 🙂
Καλό Μήνα!

[και, είναι γνωστό, αλλά να το ξαναλέμε: σήμερα δεν είν’ αργία, είν’ Απεργία, ναι;]

«Να είσαι ήλιος, να χαρίζεις φως»…

«Η 21η Μαρτίου σηματοδοτεί  την έναρξη της Άνοιξης (Εαρινή Ισημερία) και για το λόγο αυτό έχει οριστεί Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης.

Στο πλαίσιο του εορτασμού το Μουσείο Μπενάκη, ακολουθώντας μια γόνιμη πρόταση της Αγγελικής Κώττη, αποφάσισε να αφιερώσει την εφετινή εκδήλωση στον Ποιητή της Ρωμιοσύνης, δεδομένου ότι το 2009 έχει ανακηρυχθεί επίσημα και «Έτος Γιάννη Ρίτσου».

Αποφάσισε να «εμπιστευτεί» την εκδήλωση σε ανθρώπους που ελπίζουμε όλοι και θα θέλαμε να είναι οι πραγματικοί αναγνώστες της ποίησης: στα παιδιά. Η πρόσκληση που απηύθυνε το Μουσείο Μπενάκη σε δύο σχολεία που διαθέτουν blog, στο 6° Λύκειο Καλλιθέας και το 10° Λύκειο Πειραιά, και έχουν επιδείξει ένα ενδιαφέρον για το έργο του Γιάννη Ρίτσου, συνάντησε θετικότατη ανταπόκριση: μαθητές και των δύο σχολείων δούλεψαν με κέφι και αφιέρωσαν πολύ χρόνο για να καταλάβουν τον ποιητή, να αισθανθούν τον πολίτη και κατανοήσουν το έργο του Γιάννη Ρίτσου και να στήσουν μία παράσταση με τίλτο «Να είσαι ήλιος, να χαρίζεις φως»

ritsos-benaki

Πόσο μ’ αρέσει που συνδιάζουν την αρχή της Άνοιξης με την ποίηση, από πέρσι είχα ενθουσιαστεί με την ιδέα, παρά τις αντιρρήσεις μου για τις παγκόσμιες μέρες και για το συνδιασμό τους. Φέτος χαίρομαι διπλά, που την αφιερώνουν σε αγαπημένο ποιητή. Και βέβαια, δεν έψαχνα αφορμή να διαβάσω ή να ακούσω ποιήματα του Ρίτσου, είναι απ’ αυτούς που έχω πάντα «δίπλα μου», συντροφιά σε εύκολες και δύσκολες ώρες. Κι ευτυχώς! Είναι ο μόνος τρόπος αντίστασης στη σαβούρα που μας περιβάλλει.

Σήμερα το απόγευμα, λοιπόν, θα είμαστε εκεί. Και θα χειροκροτήσουμε και θα παινέψουμε τα παιδιά που ασχολήθηκαν, και θα απολαύσουμε την παράσταση ·κι αν όλα πάνε καλά, θα στείλω «ρεπορτάζ» στους απόντες, ως συνήθως.  Γίνονται πολλές εκδηλώσεις για τη μέρα Ποίησης στην Αθήνα, αλλά και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας -ρίξτε μια ματιά όπου κι αν είστε, αξίζει τον κόπο. Μια και, «μέρα χωρίς ποίημα είναι χαμένη μέρα«.

Και μια και ο ποιητής είναι από τους πιο «πολυτραγουδησμένους», σκέφτηκα να βάλω και τραγούδι για το Σαββατοκύριακο. Αλλά όχι κάτι από τα πολύ γνωστά: το 1972 ο Νίκος Μαμαγκάκης μελοποίησε έντεκα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου, σε ένα δίσκο που ονόμασε «11 λαϊκά τραγούδια του Γιάννη Ρίτσου«. Δεν έγιναν πάρα πολύ γνωστά, όχι όσο τα υπόλοιπα που μελοποίησε κυρίως ο Μίκης Θεοδωράκης, αλλά μια και έπεσε στα χέρια μου θα κλέψω από κει 2 τραγούδια : το Νυχτοπεντοζάλι που τραγουδά ο Γιάννης Πουλόπουλος, και το Χρόνια σε περίμενα με τη Μαρία Δουράκη.

Τζιτζίκια στήσαν το χορό
με το χορό, στο ντάλα μεσημέρι
και στέκουν γύρω τα παιδιά
και παίζουν παλαμάκια

Μια πεταλούδα διάφανη
πορτοκαλιά και μαύρη
στου γέρου κόσμου στάθηκε
τα φρύδια επάνω, αντήλιο
κι έπαιζε και κρυφόγνεφε
της πίκρας μαντηλάκι

Ίσκιοι της νύχτα και νερά
ναι, και νερά
φύλλα πλατιά της νύχτας
παίχ’ τε βιολιά αχτίνες μου
παίχ’ τε μου παπαρούνες
παίχ’ τε ταμπούρλα κόκκινα
τον νυχτοπεντοζάλη

Καλημέρα 🙂

Καλό Σαββατοκύριακο

Και Καλή Άνοιξη, παντού! 😉

«Εσείς στεριές και θάλασσες…»

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ω σαν αυτή που μου ‘λαχε δεν είδα

Ρίχνει να πιάσει ψάρια πιάνει φτερωτά
στήνει στην γη καράβι κήπο στα νερά
κλαίει φιλεί το χώμα ξενιτεύεται
μένει στους πέντε δρόμους αντρειεύεται

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ω σαν αυτή που μου ‘λαχε δεν είδα

Κάνει να πάρει πέτρα την επαρατά
κάνει να τη σκαλίσει βγάνει θάματα
μπαίνει σ’ ένα βαρκάκι πιάνει ωκεανούς
ξεσηκωμούς γυρεύει θέλει τύρρανους

Όμορφη και παράξενη πατρίδα
ω σαν αυτή που μου ‘λαχε δεν είδα

Όμορφη και παράξενη πατρίδα, Γιώργος Νταλάρας (Οδυσσέας Ελύτης/Δημήτρης Λάγιος, Ο ήλιος ο ηλιάτορας 1983)

Πότε πέρασαν 13 χρόνια!Είναι μερικές φορές που ο χρόνος μετράει αλλιώς, τελικά…

Καλημέρα 🙂

Της Πέμπτης…

Μέσα στη βουή του δρόμου
ήταν να ‘βρω τ’ όνειρό μου,
να το βρώ και να το χάσω
κι ούτε πιά που θα το φτάσω.

Μιά στιγμή πέρασε μπρός μου
κι ήταν η χαρά του κόσμου,
η χαρά που μας ματώνει
σαν οι πιο μεγάλοι πόνοι.

Πέρασε όπως περνούνε
όσα δέ θα ξαναρθούνε –
πουλιά πού ‘χουν φτερουγίσει
σύννεφα μέσα στη δύση.

Κι άφησε στο πέρασμά του
– πέρασμα ζωής, θανάτου –
στην καρδιά μου σα σφραγίδα
ώ… την πεθαμένη ελπίδα.

Μιάν ελπίδα πεθαμένη
που μας ζεί και μας πεθαίνει
κι όλο μας τραβάει δώ κάτου
ώςτην πόρτα του θανάτου.

Όνειρο γλυκό και ξένο
και παντοτινά χαμένο,
σε κρατώ στο νού μου ακόμα
σαν τριαντάφυλλο στο στόμα.

Όταν πέρασες με πήρες
κι όλες μου άνοιξες τις θύρες
με το μαγικό κλειδί σου
του χαμένου παραδείσου.

Οι Domenica είναι ένα συγκρότημα που εμφανήστηκε για πρώτη φορά το 1999, με το δίσκο «Τα άχρηστα ρολόγια«. Ακούστηκε αρκετά τότε, μέχρι την άνοιξη του 2002, που κυκλοφόρησαν το επόμενο. Είχε τίτλο «Μέσα στη βουή του δρόμου». Τη μουσική έχει γράψει ο Δημήτρης Κανελλόπουλος και στους στίχους των τραγουδιών είχε για μένα έκπληξη: μελοποιημένα ποιήματα, και μάλιστα ποιητών όπως ο Ναπολέων Λαπαθιώτης και ο Μήτσος Παπανικολάου. Προσπάθησα να θυμηθώ που το ήξερα (δεν είχαμε τότε google στα ελληνικά, νομίζω -αλλά έτσι κι αλλιώς, εγώ στο σπίτι είχα μια άθλια dial-up σύνδεση -δεν θα βοηθούσε…), εγκυκλοπαίδεια ακόμα δεν είχαμε, ήμουν σίγουρη ότι το είχα διαβάσει όμως, χωρίς να έχω βιβλίο του. Και άρχισα να ψάχνω τις ανθολογίες ποιημάτων που είχα, μέχρι που έφτασα στον 7ο τόμο της Ποιητικής Ανθολογίας του Λίνου Πολίτη. Εκεί, ανάμεσα στον Καβάφη, το Σικελιανό, το Βάρναλη, τον Καρυωτάκη και άλλους της γενιάς του ’30-’40, στο τέλος του βιβλίου ήταν 3 ποιήματα του Μήτσου Παπανικολάου · και αυτό που έψαχνα. Ο ποιητής δεν είναι από τους πιο γνωστούς, αν και μερικά από τα ποιήματά του είναι όμορφα, και η σύντομη ζωή του έχει ενδιαφέρον. Αλλά αυτά τα έμαθα πολύ αργότερα, σκαλίζοντας -βεβαίως- το γούγλη μου. Τότε είχα μείνει στα τραγούδια. Και τώρα το θυμήθικα, γιατί ξαφνικά μετά από πολύ καιρό το ακούσαμε στο ραδιόφωνο και ο Άκης είπε: Μαμά, το θυμάσαι αυτό, που ήμουνα μικρούλης και το τραγουδούσα; Πραγματικά, ήταν από τα πρώτα τραγούδια που έμαθε -τον έχουμε σε βιντεάκι να το τραγουδάει κάνοντας ότι παίζει κιθάρα μαζί με το θείο του!

Για τον αστερΆκη μου, λοιπόν, το τραγούδι της Πέμπτης.

Καλημέρα 🙂

Της Τετάρτης (αλλά Διαβάζεται Πρωί Και Βράδυ)…

Αυτός που αγαπώ
μου είπε
ότι με χρειάζεται.

Γι΄ αυτό,
προσέχω τον εαυτό μου
βαδίζω με προφύλαξη
και φοβάμαι κάθε στάλα βροχής
μηδά και με σκοτώσει…

Bertolt Brecht

pink-rose-for-amazing

Σ’ αγαπώ, να προσέχεις -Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Βασίλης Γιαννόπουλος/Βασίλης Παπακωνσταντίνου – Να με φωνάξεις, 1999)

ορίστε, που με δουλεύετε για τα «να προσέχεις» μου… Ολόκληρος Brecht το είπε πριν από μένα 😉

Καλημέρα 🙂

υγ. …λίγο η Άνοιξη, λίγο ο πυρετός, λίγο η Τετάρτη που είναι δυό ανάσες από την Παρασκευή,  έχει και φεγγάρι απόψε… πόσα ν’ αντέξει ο άνθρωπος!  😉

«Κι αν έσβησε…»

«Κι αν έσβησε…»

Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ’ όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ’ ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·

κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιά μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·

κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ –
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλο ουρανό,


η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ‘ζησα ζωή!

(Κ.Γ. Καρυωτάκης, Νηπενθή, 1921)

Κι αν έσβησε, Νίκος Ξυλούρης (Μουσική του Λουκά Θάνου, Σάλπισμα, 1980)

Όταν άκουσα για πρώτη φορά τούτο το τραγούδι, ήμουν σχεδόν 10 χρονών. Φυσικά δεν είχα διαβάσει Καρυωτάκη, ούτε Βάρναλη ακόμα — το «Σάλπισμα» ήταν αφορμή και για τους 2, μια και στα σχολικά βιβλία της εποχής είχαμε «άλλου τύπου» ποιήματα… Μου άρεσε όμως αυτό, πιο πολύ από τους Ιδανικούς Αυτόχειρες, που δεν τους καταλάβαινα, και το Άγαλμα της Ελευθερίας, που με ζόριζαν οι έννοιες (πάντα έψαχνα τους στίχους στα τραγούδια). Αυτό μιλούσε για τη θάλασσα, αυτό μου έλεγε η εικόνα του, αυτό «έβλεπα» στα λόγια. Πώς ότι κι αν έζησε, πάντα η θάλασσα έρχεται να τα ξεπλύνει όλα, να τα «καθαρίσει».

Αφορμή ήταν, να ψάξω να βρω τον ποιητή. Στη «Δομή», πρώτα (αρχές του ’80, δεν είχαμε google!). Διάβασα ότι ήταν μελαγχολικός, ότι αυτοκτόνησε νέος — αυτό μου εξηγούσε τους Αυτόχειρες. Και μετά, μου έκαναν δώρο τα Άπαντά του, τον τόμο που έχει επιμεληθεί ο Γ.Π. Σαββίδης. Είναι από τα πιο «ταλαιπωρημένα» μου βιβλία. Σε μικρό σχήμα, το κουβαλούσα θυμάμαι για χρόνια παντού μαζί μου.

Ενθουσιάστηκα με τις προμετωπίδες των ποιημάτων (μερικές μου άρεσαν πιο πολύ κι από τα ποιήματα), ειδικά στον Πόνο του Ανθρώπου και των Πραγμάτων — πολλές τις είχα αποστηθίσει, τις έγραφα σε τετράδια, σε πέτρες, σε σημειώσεις…

Κι ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω
πώς μπορεί να πεθάνει μια γυναίκα
που αγαπιέται.

Μου άρεσε πολύ ο πρόλογος στα Νηπενθή: την τελευταία φράση του Baudelaire την έχω χρησιμοποιήσει άπειρες φορές, από τότε…

….Αλλά η Φωνή με παρηγορεί και λέει: «Κράτησε τα όνειρά σου· οι συνετοί δεν έχουν έτσι ωραία σαν τους τρελούς!»

Και η αλήθεια είναι ότι τα ποιήματα από το Ελεγεία και Σάτιρες μου άρεσαν πάντα σαν σύνολο, περισσότερο. Με είχε εντυπωσιάσει μια σημείωση του Σαββίδη, για το εξώφυλλο του βιβλίου όπως το είχε σχεδιάσει ο ίδιος ο Καρυωτάκης. Αυτό:

ceb1cebdcf84ceafceb3cf81ceb1cf86cebf-ceb1cf80cf8c-natasaμε το Μηδέν και το Άπειρο

να συμφιλιωθούμε…

Θυμάμαι πώς ένιωθα τη μελαγχολία του, αλλά πως έβρισκα πολλά του ποιήματα αισιόδοξα, τελικά. Και παρ’ όλα όσα έχω διαβάσει για κείνον, πιο έντονα στη μνήμη μου είναι η «κριτική» του Τέλλου Άγρα:

Η ζωή του Καρυωτάκη έφερε τη μελαγχολία του. Η μελαγχολία του, την ταραγμένη φαντασία — τη δίψα του αντι-λογικού, του φαουστικού. Η φαντασία έφερε τις Ελεγείες. Οι Ελεγείες έφερεαν τις Σάτιρες. Οι Σάτιρες την αυτοκτονία. — Αλλιώς δεν μπορούσε να γίνει.

(…)

Αυτό λοιπόν είναι που τον κατατρώγει: η απουσία των ωραίων πραγμάτων, η απουσία των σπάνιων πραγμάτων, η απουσία των μεγάλων πραγμάτων, η απουσία — έστω — των τραγικών. Η μονοτονία κ’ η πεζότης της ζωής. Μ’ άλλους λόγους, είναι ρωμαντικός. Εφαντάσθηκε την αλήθεια, την ομορφιά, την καθαυτό πραγματικότητα — έξω από τη ζωή. Πέρα από τη ζωή. Αφηρημένην.

Αλλιώς,  δεν μπορούσε να γίνει…

Το «Κι αν έσβησε» είναι ένα από τα ποιήματα που εγώ βρίσκω αισιόδοξα μελαγχολικά. Και είναι από τα αγαπημένα μου. Μάλλον όχι μόνο δικό μου! Μερικά χρόνια μετά, το 1984, το μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης. Και το τραγούδησε ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, στο δίσκο «Καρυωτάκης»:

Διαφορετικό ακούγεται, εντελώς. Κι ακόμα αλλιώτικο από τους Χαΐνηδες, σε μουσική της Κάλλιας Σπυριδάκη, από το δίσκο «Το μεγάλο ταξίδι» του 1997:

Τελευταία το άκουσα από τα Διάφανα Κρίνα, στον καινούριο τους δίσκο «Κι η αγάπη πάλι θα καλεί», που κυκλοφόρησε στο τέλος του 2008. Έχει ενδιαφέρον για το πώς αλλάζει εντελώς το άκουσμα, σαν να είναι άλλο ποίημα – εδώ σε μια live εκτέλεση, από τον Θάνο Ανεστόπουλο:

Τόσα χρόνια μετά, εξακολουθεί να μου αρέσει. Και εξακολουθώ να το προτιμώ στην πρώτη εκδοχή τραγουδιού, με τον Ξυλούρη. Αλλά, γούστα είναι αυτά… Ακόμα πάντως πιστεύω πώς

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που ‘ζησα ζωή!…

Καλημέρα  🙂

υγ. bonus, το ποίημα απαγγέλει ο αγαπημένος Μανόλης Αναγνωστάκης:

«Στὸ γιό του», στο γιό μου…

Στὸν κόσμο γιατί σ᾿ ἔφερα; Ἂν μοῦ μοιάσεις
κυνηγημένος θά ῾σαι ὁλοζωὶς
ἢ νύχτα σκοτωμένος (πέμπτος ὄροφος)
θὰ σαλτάρεις στὸ δρόμο «διαλαθῶν»
ἀπ᾿ τὸ παραθυράκι τ᾿ ἀποπάτου,

ἢ μ᾿ ἀλλουνοὺς «εἰς τὸν συνήθη τόπον»
θὰ  σὲ  καρφώσουν ἄγνωστον μ᾿ ἀγνώστους
μὲ χέρια ἑλληνικὰ ντουφέκια ξένα,
χωρὶς ὄνομα, πῶς καὶ ποῦ. Οἱ  προδότες
θ᾿ ἀπαγορεύουν καὶ  τὰ κόλλυβά σας.

Ἂν ὅμως δὲ μοῦ μοιάσεις, ἡ  ντροπὴ
καταδικιά μου θά ῾ναι, ὄχι δικιά σου.

Καταδότης, τσολιὰς καὶ  μπλοκαδόρος,
ὅσο βουλιάζεις στὰ σκατά, ἄλλο τόσο
θὰ  βγαίνεις καθαρὸς καὶ τιμημένος.

Κι ἅμα τὴν κάνει ὁ ὀχτρὸς τὴν Προδοσία
καθεστώς, θά ῾σαι πρῶτος : καὶ Θρησκεία
καὶ  Νόμος κι Ἱστορία καὶ Λόγος, Κι ὅταν
οἱ  κανονιὲς γιορτάζουν τῶν Ἑλλήνων
τὴν Ἀρετή, σὺ θά ῾σαι ὁ Ὑπερέλλην!

Κώστας Βάρναλης

Γιατί σήμερα είχα μια δύσκολη μέρα, πολύ «ζόρικη» και ψυχοφθόρα, αλλά τα 40-50 παιδιά έξω από την Ευελπίδων, που ακόμα και σήμερα φώναζαν συνθήματα και ενημέρωναν με τον καλύτερο τρόπο που έχω δει, μου χάρισαν χαμόγελα.

Γιατί τα  μάτια τους και τα πρόσωπά τους ολόκληρα, έλαμπαν και με ζέσταναν περισσότερο από τη λιακάδα.

Γιατί η ντροπή είναι δική ΜΟΥ, λέει ο Δάσκαλος Βάρναλης
και «Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες: Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω», έγραψα σχεδόν από την πρώτη μέρα εδώ, και είναι χρόνια που το πιστεύω και το εφαρμόζω. Και είναι πολύ δύσκολο, μερικές φορές.

Γιατί, τελικά, το μεγαλύτερο ρόλο στη ζωή μου έχουν οι Δάσκαλοι που είχα -και είχα εξαιρετικούς, και τους αγαπώ πολύ. Και τους ζωντανούς, και τους «χάρτινους». Και τους χρωστώ, πάντα θα τους χρωστώ.

*Για τον Δάσκαλο, που έφυγε σαν χθες, πριν από χρόνια -μα ακόμα δείχνει δρόμους…

υγ. «Με όπλο τους στίχους γι’ αυτό το παιδί και το κάθε παιδί», στη Ρίτσα.

Καλημέρα… 

:))