Πρώτο [της χρονιάς] και τελευταίο ;-)

Dear Diary,

Ετούτο το blog για μένα ήταν, απ’ την αρχή, διασκέδαση. Κι ένα ιδιότυπο «ημερολόγιο»,  μια και τα περισσότερα πράγματα που έγραφα εδώ ήταν απλά, καθημερινά, αλλά «ανάμεσα στις γραμμές» είχε πάντα κομματάκια απ’ τη ζωή μου. Πέντε χρόνια σχεδόν, πέντε καθοριστικά χρόνια – για μένα και τους πολύ κοντινούς μου ανθρώπους.

     Άλλαξαν τόσα πολλά μέσα μου, έξω μου, γύρω μου, που δύσκολα θα μπορούσα να τα περιγράψω. Και δεν θα είχε και νόημα, πια. Τα έζησα, τα πέρασα, με άλλαξαν. Μερικά είναι ολοφάνερα: άλλαξα «οικογενειακή κατάσταση», έχασα βάρος, σταμάτησα να τρώω τα νύχια μου, άλλαξα στυλ στην εμφάνιση. Οι περισσότερες δεν φαίνονται. Κι έγιναν σιγά-σιγά, με τους δικούς μου ρυθμούς. Δυσκολεύομαι πάντα στις ξαφνικές και γρήγορες αλλαγές· ακόμα κι αν είναι ευχάριστες, με αποσυντονίζουν. Θέλω χρόνο.
Γι΄αυτό, αν και δεν έχω τι να γράψω σε τούτο το blog εδώ και πολύ καιρό, άργησα να το πάρω απόφαση. Μα είναι οριστική. Έκανε τον κύκλο του, ολοκλήρωσα ό,τι είχα να πω. Συνεχίζω να γράφω «αλλού», έτσι κι αλλιώς – και τους ανθρώπους που γνώρισα τους συναντώ σε πολλές μεριές στο διαδίκτυο, μα κυρίως από κοντά. Έχω μια εντελώς άλλη ζωή, από αυτήν που είχα όταν έγραψα την πρώτη μου ανάρτηση. Και νομίζω πως αρχίζω να μ’ αρέσω.

   Δεν θα το «εξαφανίσω», απλά θα μείνει ανενεργό. Κι αν βρω όρεξη ξανά για blogging, ή αν χρειαστεί, θα βρεθεί τρόπος και μέρος 😉

«До свидания*», λοιπόν, από μένα και τον Άκη.

*“ντα σβιντάνια“  θα πει όχι απλά γεια σας, αλλά “Θα τα ξαναπούμε, στο επανιδείν”

«μια εφηβεία επιεικής, που γίνεται 40…»

Και να, που έφτασε κι αυτό… Σαράντα, στρογγυλά -μ’ άρεσαν πάντα οι «στρογγυλοί» αριθμοί. Στα σαράντα χρόνια που πέρασαν, λοιπόν, νομίζω πως έχω να μετράω θετικά. Όμορφες αναμνήσεις, γλυκές στιγμές -αυτές είναι οι περισσότερες.
Φέτος τα γενέθλιά μου είναι μαζί με τη γιορτή του Άη Γιώργη. Με όσους «γνωριζόμαστε» από παλιά, μπορεί και να θυμάστε ότι με τον Άη Γιώργη έχω μεγάλες αγάπες -στις παιδικές μου αναμνήσεις έχει καταγραφεί σαν «η τελευταία στάση πριν τον Παράδεισο». Όπου Παράδεισος ήταν το χωριό στην Κρήτη, για τις καλοκαιρινές διακοπές. Και είχα πάντα πολλούς αγαπημένους Γιώργηδες: θείους, ο αγαπημένος ξάδερφος, ο πρώτος μου φίλος στο σχολείο, ο αγαπημένος μου Δάσκαλος, και μετά υπέροχοι φίλοι, κάνουν το όνομα ακόμα πιο αγαπημένο. Θεώρησα καλό σημάδι, λοιπόν, τη φετινή σύμπτωση. Και σβήνω τα σαράντα κεράκια μου, και κάνω ευχή: Να είναι καλά όσοι αγαπάω, να αντέχουν -και να αντέχω.

[αγαπημένε μου AfMarx, ευχαριστώ! Και… να σε χαιρόμαστε σήμερα :-)]

Στο διαδίκτυο, τα τελευταία 5 περίπου χρόνια που «κυκλοφορώ» σαν πασχαλίτσα, έχω συναντήσει πολλούς όμορφους ανθρώπους. Ένας απ’ αυτούς είναι ο κύριος Κώστας Κοτρώνης, που σε κάποιο σχόλιο που του έκανα (νομίζω ευχές για τα δικά του γενέθλια) μου χάρισε ένα διήγημα που δημοσίευσε στο περιοδικό «Κηρήθρες», την Άνοιξη του 2007. Και μιλάει για μια πασχαλίτσα που της αρέσει το διάβασμα και ο Μάλαμας! Παράξενη σύμπτωση, μια και μοιάζει σα να είναι λίγο γραμμένο «για μένα», χωρίς να με ξέρει!  Σκέφτηκα λοιπόν να το βάλω εδώ, να το μοιραστώ με τους φίλους μου. Και να πω ευχαριστώ ξανά.

Βρέθηκε να περπατά πάνω στο Σενάρια του Έρμαν Έσσε. Έψαχνε δρόμο. Μετά ξέφυγε στο βιβλίο της ανησυχίας του Πεσσόα και φτερούγισε στις τρεις σχεδίες του Τίτου Πατρίκιου. Από εκεί δεν έφυγε. Την έβλεπα, της άρεσε… Πήρα τον άνθρωπο καλαμπόκι και τον ακούμπησα δίπλα στον Πατρίκιο. Κοίταγε παράξενα. Ακαθόριστα. Λες και διάβασε τα Αμανίτα Μουσκάρια του Μεθενίτη.

Θυμήθηκα τον Παναγούλη που μες τη φυλακή έπαιζε ώρες με μια πασχαλίτσα. Κι ένα φίλο, που έλεγε ότι είναι κατάκτηση να βαριέσαι σ’ ένα άδειο δωμάτιο αλλά να ταξιδεύεις.

Άρχισα να της μιλάω. Έψαχνα τα μάτια της. Πήρα ένα μεγεθυντικό φακό και την είδα καλά. Κάτι μεγάλα πράσινα μάτια. Μου χαμογέλασε.
«Η αγάπη από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει, κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει.»
Όταν κοιτάς μια πασχαλίτσα, ξεχνάς τη μελαγχολία σου. Το κόκκινο είναι πολύ, το μαύρο λίγο. Ξεχάστηκα μαζί της, άρχισα να ονειροπολώ. Και φοβάμαι μην πετάξει και χαθεί.
Έκλεισα το ανοιχτό παράθυρο. Μεσημέρι καλοκαιριού. Πήρα την πανσιόν Εύα του Καμιλλέρι και της διάβασα το αρχικό τρίστιχο του Κλεμέντι «χρειάζεται καθημερινή άσκηση για να διασχίσεις το μακρύ δρόμο που οδηγεί στον Παρνασσό…» Μου φάνηκε ότι μούτρωσε και σκέφθηκα να βάλω μουσική. Μπορεί να μην την αρέσουν τα βιβλία και τυχαία να μπερδεύτηκε μέσα σ’ αυτά, νόμισα.
Ο Μάλαμας έλεγε τα δικά του «άμα δε λιώσουμε μαζί πώς θες να γίνουμ’ ένα».

 Πήγα στην κουζίνα να πάρω κρύο νερό να δροσιστούμε. Εγώ και η πασχαλίτσα. Γύρισα και την έψαχνα στη λάμπα, στις κουρτίνες, στα βιβλία, στους ατέλειωτους λογαριασμούς, στο Μετρονόμο που ήταν στο πάτωμα. Είχε χωθεί στη βλακεία του έρωτα ενός καλού γερμανού συγγραφέα. Τη βρήκα στη σελίδα 41. «Η Γιούντιθ κι εγώ κάνουμε που και που μικρές ανούσιες συζητήσεις που δεν μας αφήνουν αμφιβολία ότι είμαστε σε ευχάριστη διάθεση. Για παράδειγμα, προκύπτει το ερώτημα αν οι οδηγοί των τραμ που διασταυρώνονται θα έπρεπε να χαιρετιούνται ή όχι. Η Γιούντιθ πιστεύει ότι πρέπει να χαιρετιούνται, εγώ διαφωνώ, γιατί δεν είναι δυνατόν να χαιρετιούνται πενήντα ή εξήντα φορές την ημέρα. Αλλά δεν γίνεται και να κοιτάζουν κάθε φορά αλλού όταν διασταυρώνονται, λέει η Γιούντιθ. Δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα και χαιρόμαστε που δεν είμαστε οδηγοί τραμ». Σε μια πρόχειρη έρευνα που έκανα ανάμεσα σε φίλους μισές μισές ήταν οι απαντήσεις. Σε μερικά πράγματα δεν βρίσκεις άκρη, σκέφθηκα…



Πήρα το καπάκι απ’ το μπουκάλι, το γέμισα νερό και το άφησα δίπλα της να πιεί. Η πασχαλίτσα κολύμπησε μες το καπάκι. Ήξερε καλό κολύμπι! Σκέφθηκα ότι γι’ αυτή αυτό το λίγο νερό είναι θάλασσα.
Πήρα μια μικρή χελωνίτσα, την έχω χρόνια τώρα και την έβαλα δίπλα στην πασχαλίτσα. Δεν παρατήρησα καμία αντίδραση. Η καθεμιά στον κόσμο της. Πλήρης αδιαφορία.
Η πασχαλίτσα συνέχισε να διαβάζει τον γερμανό συγγραφέα κι εγώ έναν Έλληνα, τον Μαμαλούκα, τη χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα. Ανταλλάσσαμε ματιές, χαμόγελα, νιώθαμε οικεία. Αυτή διάβαζε τις σελίδες πιο γρήγορα από μένα. Εγώ διαβάζω αργά, σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι τους ήρωες του βιβλίου, άσε που μερικές φορές μπερδεύομαι και χάνομαι μαζί τους. Τέλος πάντων, τα βιβλία δεν είναι για κατανάλωση… Άσε την πασχαλίτσα να διαβάζει γρήγορα…
Πήγε τρεις το πρωί, την πρωτοείδα το μεσημέρι κι είναι σα να γνωριζόμαστε χρόνια. Απίθανο!

Πάμε μαζί διακοπές; Βουνό ή θάλασσα; Αυτή ήθελε βουνό, εγώ θάλασσα. Πήγαμε και βουνό και θάλασσα. Αυτή με έκανε να αγαπήσω το βουνό κι εγώ τη θάλασσα. Στη θάλασσα συναντήσαμε κι ένα γλάρο που μας κορόιδευε, επειδή αυτός μπορούσε να πετάει. Κάνω κι εγώ μια βουτιά στα βαθιά, του είπα να έρθει μαζί μου, αλλά σιγά… Τελικά με τον γλάρο γίναμε οι καλύτεροι φίλοι. Είναι ωραίο να νιώθεις ότι έχεις ένα γλάρο φίλο.
Μια μέρα η πασχαλίτσα με ρώτησε αν έχω απωθημένα. Δεν άντεξα, της το είπα. Τη χρονιά που πέρασε έγινε μια μαγική ποιητική βραδιά και ήταν να διαβάσω ένα ποίημα του Τίτου Πατρίκιου. Όμως ήταν τόσος ο κόσμος που κάποιοι δεν προλάβαμε.
Γράψ’ το, μου είπε. Δεν είναι καλά να ζεις ανεκπλήρωτα.
Αυτό θα κάνω.
Η ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΧΗ

Δε μένουν πολλά,
για νέα ποιήματα,
ίσως να έχουν όλα ειπωθεί,
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει μονάχα ο θάνατος
για τον καθένα μας
ανείπωτος.

Μένουν πολλά,
για νέα ποιήματα
κι ας έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει η υπόλοιπη ζωή
για τον καθένας μας
απρόβλεπτη κι ανείπωτη.
Τίτος Πατρίκιος: Η ηδονή των παραστάσεων

Καλημέρα 🙂

Και του χρόνου 😉 

(re-post από τα παλιά) «Ωραία είσαι Άνοιξη, γιατί δε μας λυπάσαι…»

«Τσ’ άνοιξης το χαμόγελο με το δικό σου μοιάζει
κι όταν γελάς σα να θωρώ την εποχή ν’ αλλάζει…»



dsc01353Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη, /Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώραλέει ο ποιητής. Και είναι στ’ αλήθεια σαν ξεκίνημα έρωτα κάθε φορά που έρχεται η Άνοιξη. Της ταιριάζει τόσο, άλλωστε -ξεκίνημα δεν είναι κι αυτός;

Την αγαπάω πολύ την άνοιξη, είναι φανερό μάλλον. Είναι η δική μου εποχή. Για χίλιους λόγους.

Γιατί είναι φωτεινή και χαρούμενη. dsc01356Γιατί μυρίζει τριαντάφυλλα, γαζία, βιολέτες, πασχαλιές και φρέζιες. Γιατί έχει γεύση από φράουλες, κεράσια και βερύκοκα. Γιατί έχει τα χρώματα του ουράνιου τόξου μετά από βροχούλα, του βρεγμένου γρασιδιού το έντονο πράσινο μετά από μπόρα, του ήλιου το χρυσαφένιο όταν φωτίζει η ανατολή, της παπαρούνας το φλογισμένο κόκκινο. Γιατί κάθε καινούρια άνοιξη γεμίζει ο ουρανός χελιδόνια και η γη λαμπερές πασχαλίτσες. Γιατί είναι υπέροχο να αγγίζεις το βρεγμένο χώμα, τα βελούδινα φύλλα των λουλουδιών, να σε ζεσταίνει σα να σε χαϊδεύει ο ήλιος και να ονειρεύεσαι τη θάλασσα. Γιατί… είναι Άνοιξη.

maypoleΑκόμα κι αν σε ζορίζει ώρες ώρες. Ακόμα κι αν δεν την αντέχεις εύκολα, ακόμα κι αν είναι ώρα για σκέψεις. Ακόμα κι αν χρειάζεται να κάνεις ξεκαθαρίσματα (από πέρσι τα παλεύω, ακόμα δεν γέμισα τα κουτάκια μου…). Ακόμα κι αν, έτσι ξαφνικά -ή λιγότερο ξαφνικά (αφού καιρό φαινότανε), αποφασίζεις να περπατήσεις μπροστά, να πας παραπέρα. Ακόμα κι αν υπάρχει ο κίνδυνος, καθώς η άνοιξη μπαίνει -μέρα μεσημέρι και φωτίζει τα πάντα, να σε κάνει να δεις κατάματα τις αλήθειες σου. Ακόμα κι αν σε προλάβει να είσαι λυπημένη, μόνη και μπερδεμένη. Ακόμα κι έτσι είναι υπέροχη, μαγική. Και κάνει ακριβώς ότι χρειάζεσαι, τελικά. Γιατί πώς να πας παρακάτω αν δεν κοιτάξεις και δεν ξεκαθαρίσεις και δεν αποφασίσεις τα «πίσω» σου; Κι αν δεν αφήσεις χώρο για το φως, πώς θα ‘ναι σα να μπαίνει Άνοιξη;

Πάντα νομίζω πως το μόνο που ήθελα ήταν η Άνοιξη. Κι ενώ ήταν μπροστά μου δεν την έβλεπα. Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω πώς, αλλά μου τη χρωστούσε -η ζωή. Και άρχισε να έρχεται, δειλά ήρθε η πρώτη Άνοιξη, με πιο μεγάλα βήματα οι επόμενες. Και μου φαίνεται ότι θα την κρατήσω για πολύ -δε λέω για πάντα, μπορεί να περάσω και στο καλοκαίρι κάποτε… Αλλά για την ώρα,
Κόκκινο τριαντάφυλλο
Είσαι μες στην καρδιά μου
Την νύχτα γίνεσαι πληγή
Που τρώει τα σωθικά μου

Έρχεσαι πάντα πιο νωρίς
Κανείς δε σε γνωρίζει
άλλον τον κάνεις ν’ αγαπά
Κι άλλον να μη γυρίζει

Και δε σου φτάνουν όλ’ αυτά
Φεύγεις και δε θυμάσαι
Ωραία είσαι άνοιξη
Γιατί δεν μας λυπάσαι…


Να έχουμε όλοι μια υπέροχη, χαρούμενη και χαμογελαστή Άνοιξη.  Και πολλές πολλές ακόμα.

Καλημέρα!  🙂

**τα λουλούδια είναι του κήπου μου, και τα τραγούδια -βεβαίως- αφιερωμένα… στην Άνοιξη ντε, τι ρωτάτε;

**και ναι, είναι πια σίγουρο: οι άνθρωποι που είναι γεννημένοι Άνοιξη είναι οι καλύτεροι, και δε σηκώνω κουβέντα! 😆

υγ. Τα κερ-άσματα της Άνοιξης, που είναι «κρυμμένα» στο κείμενο:

Τσ’ άνοιξης το χαμόγελο, Βασίλης Σκουλάς (Γιώργης Σταυρακάκης, Άνθη του Χρόνου 2007)

Ανοιξιάτικη Βροχούλα, Βαγγέλης Γερμανός (Τα μπαράκια 1981)

Ανοιξιάτικη μπόρα, Ορφέας Περίδης (Μιλτιάδης Μαλακάσης/Ορφέας Περίδης, Απ’ το παράθυρο κοιτώ 2004)

Με την καινούρια Άνοιξη, Βασίλης Σκουλάς(Γιώργος Σταυρακάκης/Βασίλης Σκουλάς, Σεριάνισμα στην Κρήτη 1980)

Δεν την αντέχεις εύκολα την Άνοιξη, Χάρις Αλεξίου (Ηλίας Κατσούλης/Νίκος Τάτσης, Εμφύλιος Έρωτας 1984)

Η άνοιξη, Άλκηστις Πρωτοψάλτη (Λίνα Νικολακοπούλου/Σταμάτης Κραουνάκης, Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ 1985)

Άνοιξη μπαίνει μεσημέρι, Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Οδυσσέας Ιωάννου/Θάνος Μικρούτσικος, Θάλασσα στη σκάλα 1999)

Αν με προλάβει η Άνοιξη, Χάρις Αλεξίου (Κώστας Χατζής, Η Αλεξίου τραγουδάει Χατζή 1991)

Άνοιξη, Σοφία Βόσσου (Ανδρέας Μικρούτσικος, Άνοιξη 1991)

Η πρώτη άνοιξη, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, (Μίνωας Μάτσας, Ο μάγος της πόλης 1997)

(Επανάληψη, μα δεν μπορώ να βρω καλύτερο για σήμερα, με τέτοια Άνοιξη και τέτοιο φεγγάρι…)