Πρώτο [της χρονιάς] και τελευταίο ;-)

Dear Diary,

Ετούτο το blog για μένα ήταν, απ’ την αρχή, διασκέδαση. Κι ένα ιδιότυπο «ημερολόγιο»,  μια και τα περισσότερα πράγματα που έγραφα εδώ ήταν απλά, καθημερινά, αλλά «ανάμεσα στις γραμμές» είχε πάντα κομματάκια απ’ τη ζωή μου. Πέντε χρόνια σχεδόν, πέντε καθοριστικά χρόνια – για μένα και τους πολύ κοντινούς μου ανθρώπους.

     Άλλαξαν τόσα πολλά μέσα μου, έξω μου, γύρω μου, που δύσκολα θα μπορούσα να τα περιγράψω. Και δεν θα είχε και νόημα, πια. Τα έζησα, τα πέρασα, με άλλαξαν. Μερικά είναι ολοφάνερα: άλλαξα «οικογενειακή κατάσταση», έχασα βάρος, σταμάτησα να τρώω τα νύχια μου, άλλαξα στυλ στην εμφάνιση. Οι περισσότερες δεν φαίνονται. Κι έγιναν σιγά-σιγά, με τους δικούς μου ρυθμούς. Δυσκολεύομαι πάντα στις ξαφνικές και γρήγορες αλλαγές· ακόμα κι αν είναι ευχάριστες, με αποσυντονίζουν. Θέλω χρόνο.
Γι΄αυτό, αν και δεν έχω τι να γράψω σε τούτο το blog εδώ και πολύ καιρό, άργησα να το πάρω απόφαση. Μα είναι οριστική. Έκανε τον κύκλο του, ολοκλήρωσα ό,τι είχα να πω. Συνεχίζω να γράφω «αλλού», έτσι κι αλλιώς – και τους ανθρώπους που γνώρισα τους συναντώ σε πολλές μεριές στο διαδίκτυο, μα κυρίως από κοντά. Έχω μια εντελώς άλλη ζωή, από αυτήν που είχα όταν έγραψα την πρώτη μου ανάρτηση. Και νομίζω πως αρχίζω να μ’ αρέσω.

   Δεν θα το «εξαφανίσω», απλά θα μείνει ανενεργό. Κι αν βρω όρεξη ξανά για blogging, ή αν χρειαστεί, θα βρεθεί τρόπος και μέρος 😉

«До свидания*», λοιπόν, από μένα και τον Άκη.

*“ντα σβιντάνια“  θα πει όχι απλά γεια σας, αλλά “Θα τα ξαναπούμε, στο επανιδείν”

«μια εφηβεία επιεικής, που γίνεται 40…»

Και να, που έφτασε κι αυτό… Σαράντα, στρογγυλά -μ’ άρεσαν πάντα οι «στρογγυλοί» αριθμοί. Στα σαράντα χρόνια που πέρασαν, λοιπόν, νομίζω πως έχω να μετράω θετικά. Όμορφες αναμνήσεις, γλυκές στιγμές -αυτές είναι οι περισσότερες.
Φέτος τα γενέθλιά μου είναι μαζί με τη γιορτή του Άη Γιώργη. Με όσους «γνωριζόμαστε» από παλιά, μπορεί και να θυμάστε ότι με τον Άη Γιώργη έχω μεγάλες αγάπες -στις παιδικές μου αναμνήσεις έχει καταγραφεί σαν «η τελευταία στάση πριν τον Παράδεισο». Όπου Παράδεισος ήταν το χωριό στην Κρήτη, για τις καλοκαιρινές διακοπές. Και είχα πάντα πολλούς αγαπημένους Γιώργηδες: θείους, ο αγαπημένος ξάδερφος, ο πρώτος μου φίλος στο σχολείο, ο αγαπημένος μου Δάσκαλος, και μετά υπέροχοι φίλοι, κάνουν το όνομα ακόμα πιο αγαπημένο. Θεώρησα καλό σημάδι, λοιπόν, τη φετινή σύμπτωση. Και σβήνω τα σαράντα κεράκια μου, και κάνω ευχή: Να είναι καλά όσοι αγαπάω, να αντέχουν -και να αντέχω.

[αγαπημένε μου AfMarx, ευχαριστώ! Και… να σε χαιρόμαστε σήμερα :-)]

Στο διαδίκτυο, τα τελευταία 5 περίπου χρόνια που «κυκλοφορώ» σαν πασχαλίτσα, έχω συναντήσει πολλούς όμορφους ανθρώπους. Ένας απ’ αυτούς είναι ο κύριος Κώστας Κοτρώνης, που σε κάποιο σχόλιο που του έκανα (νομίζω ευχές για τα δικά του γενέθλια) μου χάρισε ένα διήγημα που δημοσίευσε στο περιοδικό «Κηρήθρες», την Άνοιξη του 2007. Και μιλάει για μια πασχαλίτσα που της αρέσει το διάβασμα και ο Μάλαμας! Παράξενη σύμπτωση, μια και μοιάζει σα να είναι λίγο γραμμένο «για μένα», χωρίς να με ξέρει!  Σκέφτηκα λοιπόν να το βάλω εδώ, να το μοιραστώ με τους φίλους μου. Και να πω ευχαριστώ ξανά.

Βρέθηκε να περπατά πάνω στο Σενάρια του Έρμαν Έσσε. Έψαχνε δρόμο. Μετά ξέφυγε στο βιβλίο της ανησυχίας του Πεσσόα και φτερούγισε στις τρεις σχεδίες του Τίτου Πατρίκιου. Από εκεί δεν έφυγε. Την έβλεπα, της άρεσε… Πήρα τον άνθρωπο καλαμπόκι και τον ακούμπησα δίπλα στον Πατρίκιο. Κοίταγε παράξενα. Ακαθόριστα. Λες και διάβασε τα Αμανίτα Μουσκάρια του Μεθενίτη.

Θυμήθηκα τον Παναγούλη που μες τη φυλακή έπαιζε ώρες με μια πασχαλίτσα. Κι ένα φίλο, που έλεγε ότι είναι κατάκτηση να βαριέσαι σ’ ένα άδειο δωμάτιο αλλά να ταξιδεύεις.

Άρχισα να της μιλάω. Έψαχνα τα μάτια της. Πήρα ένα μεγεθυντικό φακό και την είδα καλά. Κάτι μεγάλα πράσινα μάτια. Μου χαμογέλασε.
«Η αγάπη από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει, κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει.»
Όταν κοιτάς μια πασχαλίτσα, ξεχνάς τη μελαγχολία σου. Το κόκκινο είναι πολύ, το μαύρο λίγο. Ξεχάστηκα μαζί της, άρχισα να ονειροπολώ. Και φοβάμαι μην πετάξει και χαθεί.
Έκλεισα το ανοιχτό παράθυρο. Μεσημέρι καλοκαιριού. Πήρα την πανσιόν Εύα του Καμιλλέρι και της διάβασα το αρχικό τρίστιχο του Κλεμέντι «χρειάζεται καθημερινή άσκηση για να διασχίσεις το μακρύ δρόμο που οδηγεί στον Παρνασσό…» Μου φάνηκε ότι μούτρωσε και σκέφθηκα να βάλω μουσική. Μπορεί να μην την αρέσουν τα βιβλία και τυχαία να μπερδεύτηκε μέσα σ’ αυτά, νόμισα.
Ο Μάλαμας έλεγε τα δικά του «άμα δε λιώσουμε μαζί πώς θες να γίνουμ’ ένα».

 Πήγα στην κουζίνα να πάρω κρύο νερό να δροσιστούμε. Εγώ και η πασχαλίτσα. Γύρισα και την έψαχνα στη λάμπα, στις κουρτίνες, στα βιβλία, στους ατέλειωτους λογαριασμούς, στο Μετρονόμο που ήταν στο πάτωμα. Είχε χωθεί στη βλακεία του έρωτα ενός καλού γερμανού συγγραφέα. Τη βρήκα στη σελίδα 41. «Η Γιούντιθ κι εγώ κάνουμε που και που μικρές ανούσιες συζητήσεις που δεν μας αφήνουν αμφιβολία ότι είμαστε σε ευχάριστη διάθεση. Για παράδειγμα, προκύπτει το ερώτημα αν οι οδηγοί των τραμ που διασταυρώνονται θα έπρεπε να χαιρετιούνται ή όχι. Η Γιούντιθ πιστεύει ότι πρέπει να χαιρετιούνται, εγώ διαφωνώ, γιατί δεν είναι δυνατόν να χαιρετιούνται πενήντα ή εξήντα φορές την ημέρα. Αλλά δεν γίνεται και να κοιτάζουν κάθε φορά αλλού όταν διασταυρώνονται, λέει η Γιούντιθ. Δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα και χαιρόμαστε που δεν είμαστε οδηγοί τραμ». Σε μια πρόχειρη έρευνα που έκανα ανάμεσα σε φίλους μισές μισές ήταν οι απαντήσεις. Σε μερικά πράγματα δεν βρίσκεις άκρη, σκέφθηκα…



Πήρα το καπάκι απ’ το μπουκάλι, το γέμισα νερό και το άφησα δίπλα της να πιεί. Η πασχαλίτσα κολύμπησε μες το καπάκι. Ήξερε καλό κολύμπι! Σκέφθηκα ότι γι’ αυτή αυτό το λίγο νερό είναι θάλασσα.
Πήρα μια μικρή χελωνίτσα, την έχω χρόνια τώρα και την έβαλα δίπλα στην πασχαλίτσα. Δεν παρατήρησα καμία αντίδραση. Η καθεμιά στον κόσμο της. Πλήρης αδιαφορία.
Η πασχαλίτσα συνέχισε να διαβάζει τον γερμανό συγγραφέα κι εγώ έναν Έλληνα, τον Μαμαλούκα, τη χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα. Ανταλλάσσαμε ματιές, χαμόγελα, νιώθαμε οικεία. Αυτή διάβαζε τις σελίδες πιο γρήγορα από μένα. Εγώ διαβάζω αργά, σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι τους ήρωες του βιβλίου, άσε που μερικές φορές μπερδεύομαι και χάνομαι μαζί τους. Τέλος πάντων, τα βιβλία δεν είναι για κατανάλωση… Άσε την πασχαλίτσα να διαβάζει γρήγορα…
Πήγε τρεις το πρωί, την πρωτοείδα το μεσημέρι κι είναι σα να γνωριζόμαστε χρόνια. Απίθανο!

Πάμε μαζί διακοπές; Βουνό ή θάλασσα; Αυτή ήθελε βουνό, εγώ θάλασσα. Πήγαμε και βουνό και θάλασσα. Αυτή με έκανε να αγαπήσω το βουνό κι εγώ τη θάλασσα. Στη θάλασσα συναντήσαμε κι ένα γλάρο που μας κορόιδευε, επειδή αυτός μπορούσε να πετάει. Κάνω κι εγώ μια βουτιά στα βαθιά, του είπα να έρθει μαζί μου, αλλά σιγά… Τελικά με τον γλάρο γίναμε οι καλύτεροι φίλοι. Είναι ωραίο να νιώθεις ότι έχεις ένα γλάρο φίλο.
Μια μέρα η πασχαλίτσα με ρώτησε αν έχω απωθημένα. Δεν άντεξα, της το είπα. Τη χρονιά που πέρασε έγινε μια μαγική ποιητική βραδιά και ήταν να διαβάσω ένα ποίημα του Τίτου Πατρίκιου. Όμως ήταν τόσος ο κόσμος που κάποιοι δεν προλάβαμε.
Γράψ’ το, μου είπε. Δεν είναι καλά να ζεις ανεκπλήρωτα.
Αυτό θα κάνω.
Η ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΧΗ

Δε μένουν πολλά,
για νέα ποιήματα,
ίσως να έχουν όλα ειπωθεί,
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει μονάχα ο θάνατος
για τον καθένα μας
ανείπωτος.

Μένουν πολλά,
για νέα ποιήματα
κι ας έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει η υπόλοιπη ζωή
για τον καθένας μας
απρόβλεπτη κι ανείπωτη.
Τίτος Πατρίκιος: Η ηδονή των παραστάσεων

Καλημέρα 🙂

Και του χρόνου 😉 

(re-post από τα παλιά) «Ωραία είσαι Άνοιξη, γιατί δε μας λυπάσαι…»

«Τσ’ άνοιξης το χαμόγελο με το δικό σου μοιάζει
κι όταν γελάς σα να θωρώ την εποχή ν’ αλλάζει…»



dsc01353Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη, /Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώραλέει ο ποιητής. Και είναι στ’ αλήθεια σαν ξεκίνημα έρωτα κάθε φορά που έρχεται η Άνοιξη. Της ταιριάζει τόσο, άλλωστε -ξεκίνημα δεν είναι κι αυτός;

Την αγαπάω πολύ την άνοιξη, είναι φανερό μάλλον. Είναι η δική μου εποχή. Για χίλιους λόγους.

Γιατί είναι φωτεινή και χαρούμενη. dsc01356Γιατί μυρίζει τριαντάφυλλα, γαζία, βιολέτες, πασχαλιές και φρέζιες. Γιατί έχει γεύση από φράουλες, κεράσια και βερύκοκα. Γιατί έχει τα χρώματα του ουράνιου τόξου μετά από βροχούλα, του βρεγμένου γρασιδιού το έντονο πράσινο μετά από μπόρα, του ήλιου το χρυσαφένιο όταν φωτίζει η ανατολή, της παπαρούνας το φλογισμένο κόκκινο. Γιατί κάθε καινούρια άνοιξη γεμίζει ο ουρανός χελιδόνια και η γη λαμπερές πασχαλίτσες. Γιατί είναι υπέροχο να αγγίζεις το βρεγμένο χώμα, τα βελούδινα φύλλα των λουλουδιών, να σε ζεσταίνει σα να σε χαϊδεύει ο ήλιος και να ονειρεύεσαι τη θάλασσα. Γιατί… είναι Άνοιξη.

maypoleΑκόμα κι αν σε ζορίζει ώρες ώρες. Ακόμα κι αν δεν την αντέχεις εύκολα, ακόμα κι αν είναι ώρα για σκέψεις. Ακόμα κι αν χρειάζεται να κάνεις ξεκαθαρίσματα (από πέρσι τα παλεύω, ακόμα δεν γέμισα τα κουτάκια μου…). Ακόμα κι αν, έτσι ξαφνικά -ή λιγότερο ξαφνικά (αφού καιρό φαινότανε), αποφασίζεις να περπατήσεις μπροστά, να πας παραπέρα. Ακόμα κι αν υπάρχει ο κίνδυνος, καθώς η άνοιξη μπαίνει -μέρα μεσημέρι και φωτίζει τα πάντα, να σε κάνει να δεις κατάματα τις αλήθειες σου. Ακόμα κι αν σε προλάβει να είσαι λυπημένη, μόνη και μπερδεμένη. Ακόμα κι έτσι είναι υπέροχη, μαγική. Και κάνει ακριβώς ότι χρειάζεσαι, τελικά. Γιατί πώς να πας παρακάτω αν δεν κοιτάξεις και δεν ξεκαθαρίσεις και δεν αποφασίσεις τα «πίσω» σου; Κι αν δεν αφήσεις χώρο για το φως, πώς θα ‘ναι σα να μπαίνει Άνοιξη;

Πάντα νομίζω πως το μόνο που ήθελα ήταν η Άνοιξη. Κι ενώ ήταν μπροστά μου δεν την έβλεπα. Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω πώς, αλλά μου τη χρωστούσε -η ζωή. Και άρχισε να έρχεται, δειλά ήρθε η πρώτη Άνοιξη, με πιο μεγάλα βήματα οι επόμενες. Και μου φαίνεται ότι θα την κρατήσω για πολύ -δε λέω για πάντα, μπορεί να περάσω και στο καλοκαίρι κάποτε… Αλλά για την ώρα,
Κόκκινο τριαντάφυλλο
Είσαι μες στην καρδιά μου
Την νύχτα γίνεσαι πληγή
Που τρώει τα σωθικά μου

Έρχεσαι πάντα πιο νωρίς
Κανείς δε σε γνωρίζει
άλλον τον κάνεις ν’ αγαπά
Κι άλλον να μη γυρίζει

Και δε σου φτάνουν όλ’ αυτά
Φεύγεις και δε θυμάσαι
Ωραία είσαι άνοιξη
Γιατί δεν μας λυπάσαι…


Να έχουμε όλοι μια υπέροχη, χαρούμενη και χαμογελαστή Άνοιξη.  Και πολλές πολλές ακόμα.

Καλημέρα!  🙂

**τα λουλούδια είναι του κήπου μου, και τα τραγούδια -βεβαίως- αφιερωμένα… στην Άνοιξη ντε, τι ρωτάτε;

**και ναι, είναι πια σίγουρο: οι άνθρωποι που είναι γεννημένοι Άνοιξη είναι οι καλύτεροι, και δε σηκώνω κουβέντα! 😆

υγ. Τα κερ-άσματα της Άνοιξης, που είναι «κρυμμένα» στο κείμενο:

Τσ’ άνοιξης το χαμόγελο, Βασίλης Σκουλάς (Γιώργης Σταυρακάκης, Άνθη του Χρόνου 2007)

Ανοιξιάτικη Βροχούλα, Βαγγέλης Γερμανός (Τα μπαράκια 1981)

Ανοιξιάτικη μπόρα, Ορφέας Περίδης (Μιλτιάδης Μαλακάσης/Ορφέας Περίδης, Απ’ το παράθυρο κοιτώ 2004)

Με την καινούρια Άνοιξη, Βασίλης Σκουλάς(Γιώργος Σταυρακάκης/Βασίλης Σκουλάς, Σεριάνισμα στην Κρήτη 1980)

Δεν την αντέχεις εύκολα την Άνοιξη, Χάρις Αλεξίου (Ηλίας Κατσούλης/Νίκος Τάτσης, Εμφύλιος Έρωτας 1984)

Η άνοιξη, Άλκηστις Πρωτοψάλτη (Λίνα Νικολακοπούλου/Σταμάτης Κραουνάκης, Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ 1985)

Άνοιξη μπαίνει μεσημέρι, Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Οδυσσέας Ιωάννου/Θάνος Μικρούτσικος, Θάλασσα στη σκάλα 1999)

Αν με προλάβει η Άνοιξη, Χάρις Αλεξίου (Κώστας Χατζής, Η Αλεξίου τραγουδάει Χατζή 1991)

Άνοιξη, Σοφία Βόσσου (Ανδρέας Μικρούτσικος, Άνοιξη 1991)

Η πρώτη άνοιξη, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, (Μίνωας Μάτσας, Ο μάγος της πόλης 1997)

(Επανάληψη, μα δεν μπορώ να βρω καλύτερο για σήμερα, με τέτοια Άνοιξη και τέτοιο φεγγάρι…)

11!

Και να που περπατάμε (ναι, μαζί «περπατάμε»!) στα έντεκα -καινούρια δεκαετία για τον Άκη, μαζί με αλλαγές στη ζωή του -στη ζωή μας. Που τις αντιμετωπίζει με θάρρος, χιούμορ, δύναμη και χαμόγελα -ειδικά αυτά τα χαμόγελα, ξέρω από πού τα κληρονόμησε :).

Μεγαλώνει, ωριμάζει, τρέχει με χίλια -όπως η εποχή του. Κι ενώ καιρό τώρα έπαψε να είναι το «αγοράκι» που ήξερα, κι έχει αρχίσει κι είναι ένα έφηβο αντράκι (ο άντρας του σπιτιού, πια -έτσι κι αλλιώς), εμένα θα είναι πάντα ο Πιτσιρικάς μου -έχει «τις συμπτώσεις» του, άλλωστε, το τραγούδι: κυκλοφόρησε περίπου τις μέρες που γεννήθηκε ο Άκης!

Έχω γράψει εδώ μέσα πολλά για τον Άκη -στα 8, στα 9, στα 10. Και άλλες φορές, για το πως περνάμε, για τα ζωάκια του, για το καράτε και τις ζώνες του, για τις ζωγραφιές του. Τούτο το blog λειτουργεί και σαν ημερολόγιο, τελικά -γυρίζω πίσω, θυμάμαι και χαμογελάω. Κι ελπίζω πάντα έτσι να είμαστε -με χαμόγελο, ακόμα και στα πιο δύσκολα.

Χρόνια Καλά, Γιε! Και πολλά, και χαρούμενα -να είσαι γερός. Τι άλλο να σου πω;

Η «μάνα» (κουράγιο;;; Χμμ… 😉 )

Καλημέρα! 🙂

Η πλημμύρα που ένωσε τις θρησκείες

[ή, πώς ψάχνουμε να βρούμε αισιόδοξες ειδήσεις, όταν είμαστε «ζορισμένοι» από παντού 😉 ]


(Το πορφυρό ποτάμι, Σωκράτης Μάλαμας/στίχοι Θαν. Παπακωνσταντίνου -Ένα, 2002)


«Κατοικώ δίπλα στο ποτάμι, μα η γειτονιά μου δεν μου άρεσε καθόλου. Είχα, βλέπετε, την ατυχία να γειτονεύω με τους «άλλους». Ανθρώπους με διαφορετική καταγωγή, διαφορετική γλώσσα, θρησκεία, πολιτισμό. Πόσο θύμωνα όταν τους άκουγα να μιλάνε και δεν καταλάβαινα τι έλεγαν. Τι σχέση είχα εγώ μ΄ αυτούς; Δεν ήθελα να παίζω με τα παιδιά τους. Τους γύριζα την πλάτη (…) Ώσπου μια μέρα, άνοιξαν οι καταρράκτες του ουρανού. Οι δρόμοι έγιναν ρυάκια που γρήγορα βρήκαν τον δρόμο για το ποτάμι. Η στάθμη του ανέβαινε. Θ΄ αντέξουν τα φράγματα; Πιο πέρα ο Έβρος, μοναχικός και φαρμακωμένος, ξεχείλιζε την οργή του και στις δυο πλευρές που του γύριζαν την πλάτη χρόνια τώρα. (…) Στις οκτώ το βράδυ, δυνατά χτυπήματα ακούστηκαν στην πόρτα μας. Ένας αστυνομικός έβαλε τέλος στις ελπίδες μας. – Εκκενώστε αμέσως το σπίτι. Το ανάχωμα υποχώρησε. Φύγετε, φύγετε, φύγετε χωρίς καθυστέρηση. Σε πέντε λεπτά εγκαταλείπαμε το σπίτι. Αλλόφρων και η μελαχρινή γειτόνισσα, με τη φαρδιά βράκα, φώναζε στη γλώσσα της τα πέντε παιδιά της. Όλοι μαζί κατευθυνθήκαμε σ΄ ένα κοντινό υπερυψωμένο σημείο, όπου δεν κινδυνεύαμε. Δεν το σήκωνε η καρδιά μας να απομακρυνθούμε πολύ από τα σπίτια μας που σιγά σιγά άρχιζαν να πλημμυρίζουν. Εφιάλτης. Και τότε, μέσα στο σκοτάδι της βροχερής νύχτας, εγένετο φως… Και είδα. Είδα την ίδια απόγνωση στα μάτια των δύο μανάδων. Τον ίδιο τρόμο μπροστά στο κακό. Και τότε κατάλαβα. Δεν ήταν «άλλοι». Ίδιοι ήμασταν. Άνθρωποι. Τι σημασία είχε με ποιο όνομα επικαλούνταν τον Θεό τους; Τι σημασία είχε που η γλώσσα τους ήταν διαφορετική; Η γλώσσα της καρδιάς είναι ίδια. Η σταγόνα που κύλησε στο μάγουλό μου δεν ήταν απ΄ τη βροχή. Ήταν ένα λυτρωτικό δάκρυ αγάπης για τους ανθρώπους που μοιράζονταν μαζί μας την κακιά στιγμή. Το συνομήλικό μου μουσουλμανάκι ξεχώρισε το λαμπερό δάκρυ. Άπλωσε το κοκαλιάρικο, μελαψό χεράκι του και μ΄ άγγιξε απαλά. – Μην κλαις, μου είπε. Κι εγώ δεν τραβήχτηκα (…)».

Διάβασα αυτή την είδηση στα Νέα. Κι η αλήθεια είναι πως με συγκίνησε το κείμενο -και πιο πολύ που είναι γραμμένο από παιδί. Γράφτηκε για ένα διαγωνισμό που πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος με θέμα «Ζω στον Νομό Έβρου, γράφω τη δική μου ιστορία», το πρώτο βραβείο πήρε το κείμενο της μαθήτριας της Γ΄ Γυμνασίου Γεωργίας Τοκαμάνη «Τη νύχτα που πλημμύρισε το ποτάμι».

Αν αφήνουμε τα παιδιά να μιλάνε, τελικά -κι αν ανοίγουμε και τ’ αφτιά μας- κάτι καλό μπορεί να βγει

Καλημέρα 🙂

Καλό Σαββατοκύριακο

Τώρα, τι;

Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες
Καλά φάγαμε καλά ήπιαμε
καλά τη φέραμε τη ζωή μας ως εδώ
Μικροζημιές και μικροκέρδη συμψηφίζοντας

Το θέμα είναι τ ώ ρ α τι λες.

Μανόλης Αναγνωστάκης, ο Στόχος (1970)

  • Μπήκε (ξανά) ο Δεκέμβρης. Οι φίλοι μου, κι όσοι από παλιά περνούν από δω, ξέρουν ότι αντιπαθώ το χειμώνα -ξέρω, είναι απαραίτητος για τον κύκλο της ζωής και της φύσης, είναι χρήσιμος, μετά από το χειμώνα θα έρθει η Άνοιξη… Τα ξέρω και τα αναγνωρίζω όλα αυτά, μα δεν μπορώ να τον συμπαθήσω.Κι ευτυχώς, ο καιρός ακόμα είναι με το μέρος μου. Το μόνο που μ’ αρέσει το χειμώνα είναι τα χιόνια -και έξω, κι εδώ στο blog! (Εδώ θα χιονίζει μέχρι 4 Γενάρη πάντως… έξω, ιδέα δεν έχω, αλλά πολύ θα ήθελα να έχουμε πάλι χιόνι και να «αποκλειστούμε» στα σπίτια μας).
  • Γράφω, διαβάζω, κάνω διάφορα αυτές τις μέρες. Μα είναι από τις φορές που δεν έχω ούτε χρόνο ούτε διάθεση να «μοιραστώ» εδώ αυτά που μου συμβαίνουν -ίσως γιατί τρέχουν όλα γρήγορα για τους δικούς μου ρυθμούς, και θέλω χρόνο να «χωνέψω» τις αλλαγές. Ίσως γιατί μερικά είναι «πολύ προσωπικά» -είπαμε ημερολόγιο δημόσιο, αλλά έχει και όρια… Ίσως γιατί προτιμώ να μιλάω με τους φίλους μου, παρά να γράφω. Δεν ξέρω, δεν είμαι ακόμα σίγουρη. Ξέρω μόνο πως είμαι καλά, παρ’ όλα αυτά. Πολύ καλύτερα από όσο ήμουν εδώ και πολλά χρόνια.
  • Περάσαμε γρίπες, ιώσεις -σοβαρές και λιγότερο σοβαρές- στο σπίτι μας και στα σπίτια συγγενών και φίλων. Εμβόλιο για την «καινούρια» γρίπη δεν θα κάνουμε, το έχουμε αποφασίσει πια. Οι φίλοι που την πέρασαν ήδη δεν έπαθαν τίποτα χειρότερο από ό,τι θα πάθαιναν με τη γρίπη κάθε χρόνο. Και δεν καταλαβαίνω τον πανικό, αλλά όπως και να ‘χει εμείς πειράματα δεν κάνουμε. Όσα άκουσα κι όσα διάβασα δεν με έπεισαν για την «πανδημία», τέλος.
  • Τα Χριστούγεννα δεν είναι και η πιο αγαπημένη μου γιορτή του χρόνου, επίσης γνωστό αυτό. Όλο αυτό το κλίμα «είμαστε καλοί και χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι» με το ζόρι, δε μου πάει. Και όλος αυτός ο χαμός -ειδικά φέτος- με τα στολίδια στα μαγαζιά από την πρώτη μέρα του Νοέμβρη (!) σχεδόν με ενοχλεί. Δέντρο θα στολίσω μετά τις 20, το καραβάκι στο μπουφέ όμως στολίστηκε ήδη με τα φωτάκια του. Ευτυχώς κι ο Άκης μεγάλωσε, δεν είναι όπως όταν ήταν μωρό, και δεν έχω άγχος με το στολισμό και τη «χαρά» των Χριστουγέννων. Χαίρομαι όταν κάτι καλό συμβαίνει στη ζωή μου ή στη ζωή των ανθρώπων που αγαπώ, λυπάμαι όταν είναι κάτι άσχημο ή δύσκολο, βοηθάω όλο το χρόνο όσους κι όπως μπορώ. Κι αυτά τα «καταναγκαστικά» συναισθήματα, δε μου πάνε.
  • Ζορίζομαι επίσης με τις ώρες μπροστά στον υπολογιστή. Μερικές μέρες είμαι τόσο κουρασμένη, που δεν αγγίζω το πληκτρολόγιο να γράψω. Διαβάζω ό,τι γράφουν αυτοί που αγαπώ κι αυτοί που μ’ ενδιαφέρουν, μα πολλές είναι πια οι φορές που δεν απαντώ. Ή γιατί δεν έχω κάτι να πω -οπότε προτιμώ τη σιωπή από την ακατάσχετη μπουρδολογία- ή γιατί προτιμώ να σκεφτώ καλύτερα, να περάσει χρόνος. Δεν έκρυψα ποτέ πως σε μερικούς/μερικές έχω ιδιαίτερη αγάπη, με συνδέουν δεσμοί, επικοινωνώ καλύτερα. Και δεν αντέχω, έτσι κι αλλιώς, τα σχόλια-μπούρδες, με «δύσκολες» (τάχα περισπούδαστες) λέξεις και έννοιες (ενώ στην ουσία τους δε λένε τίποτα, τελικά) και μυστηριώδες ύφος που αρχικό στόχο έχουν να εντυπωσιάσουν (ο τελικός ποικίλει, ανάλογα… την περίπτωση). Νομίζω πως στα τρία περίπου χρόνια που είμαι εδώ δεν το έκανα ποτέ. Και δεν σκοπεύω να το ξεκινήσω τώρα. Μ’ αρέσει να μιλάω απλά, καθαρά και κατανοητά. Και να με καταλαβαίνουν ακόμα και αυτοί που δε με ξέρουν. Μπορεί να μην τα καταφέρνω πάντα, μα… το προσπαθώ σκληρά.
  • Η καθημερινότητά μου έχει κάνει μια «στροφή» αυτόν τον καιρό, που ακόμα δεν την έχω συνηθίσει και εντελώς. Μα σιγά σιγά, όλα θα μπουν στη σειρά τους -το ξέρω. Και βαδίζω αργά, πάντα, μα σταθερά. Θα δείξει. Η πανσέληνος του Δεκέμβρη μου έφερε πάλι διάφορα πάνω-κάτω, μα θα σταθούν στη θέση τους τελικά, δε μπορεί…
  • Μια και είπα πανσέληνο, θυμήθηκα: Σήμερα έχει γιορτή –σιγά που δεν θα το μαρτυρούσα κι εδώ– η μαμαΡίτσα. Τη λένε Βαρβάρα, αλλά την αδικεί το όνομα -πιο μη-βάρβαρο άνθρωπο δεν έχω δει στη ζωή μου! Τις ευχές και την αγάπη μου κι από δω.
  • Έχω και πρόταση για βόλτα το Σαββατοκύριακο -όχι εγώ δηλαδή, ο AfMarx. Κουκλοθέατρο για μικρούς και μεγάλους : «Όταν η Κόκκινη Κλωστή Χάθηκε στο Μεγάλο Δάσος». Φαίνεται ενδιαφέρον, και μας αρέσουν έτσι κι αλλιώς αυτά -να κανονίσουμε μαμάδες! Κι άλλα έχω στο νου μου τέτοια, αν βρω χρόνο θα γράψω μερικά για τις μέρες που τα παιδιά θα είναι σπίτι.
  • Έχει πολλές γιορτές τούτος ο μήνας. Και έχω συνειδητοποιήσει ότι ξεχνάω τις ονομαστικές γιορτές συχνά -αντίθετα, τα γενέθλια όχι. Μου φαίνεται πως θεωρώ τη μέρα που γεννήθηκε κάποιος πιο σημαντική από τη μέρα που γιορτάζει ένα όνομα που κατά τύχη ή κατά συνθήκη απέκτησε και κουβαλάει. Δεν ξέρω πάλι, μερικά πράγματα δεν είναι συμπτώσεις, αλλά πολλοί άνθρωποι που ξέρω έχουν τόσο «αταίριαστα» ονόματα!
  • Τέτοιες μέρες πέρσι, ήταν η πρώτη φορά που είχα κέφια για τις γιορτές -και μου κόπηκαν, απότομα. Δεν ήταν το πρώτο παιδί που πέθανε-σκοτώθηκε-δολοφονήθηκε –ο Αλέξανδρος δεν ήταν γνωστός μου, φίλος μου, δεν ξέρω τίποτα παραπάνω για κείνον από όσα διάβασα μετά. Μα ήταν τόσο ξαφνικό, τόσο βίαιο αυτό που συνέβει -κι αυτά που ακολούθησαν… Το σίγουρο είναι πως θα είναι δύσκολες πάλι τούτες οι μέρες. Και δεν μπορώ, όπως πολλές φορές και πέρσι, να μη σκεφτώ τη μητέρα του και τον δικό της πόνο…
  • Δεν ξέρω τελικά γιατί τα γράφω όλα τούτα, και ποιον μπορεί να ενδιαφέρουν. Αλλά και σαν σημειώσεις για μένα να το κρατήσω, καλό είναι. Έτσι, δε μπορώ να μη σημειώσω κι εδώ πως εξακολουθώ να χάνω περιττό βάρος -ακόμα λίγο έχω, και θα τα καταφέρω να ξαναμπώ στα παλιά μου ρούχα. Και για πρώτη φορά μετά από –ούτε κι εγώ θυμάμαι πόσα– χρόνια έχω νύχια στα δάχτυλα. Μέχρι τώρα, ήταν κομμένα σύριζα -σε κάθε κρίση άγχους, αυτά την πλήρωναν. Επιτέλους κατάφερα να την κόψω τη συνήθεια -σχεδόν σα να έκοψα το κάπνισμα νιώθω! Ήταν νομίζω η μόνη «κακή» συνήθεια που είχα από μικρή. Σα να μεγαλώνω, τελικά…

Καλημέρα 🙂

Καλό Σαββατοκύριακο

(κι ελπίζω να προφταίνω να «τα λέμε» πιο συχνά από μια φορά το μήνα!)

«ατάκτως ερριμμένα»*…

Διάφορα –τακτικά και άτακτα– μια και δεν μπορώ να συμμαζέψω το μυαλό μου και το χρόνο μου και να στρωθώ να γράψω ένα κείμενο «της προκοπής» (που θα ‘λεγε κι η γιαγιά μου)

  • Είναι κάποιες φορές που νιώθεις το χρόνο να κυλά αργά, και τα χρόνια που περνάνε να βαραίνουν διπλά (και τριπλά καμιά φορά) και να μην συμβαίνει τίποτα διαφορετικό -όλες οι μέρες να είναι ίδιες, σαν τη μέρα της μαρμότας. Κι άλλες πάλι, που γίνονται τόσα στη ζωή σου, που δεν προφταίνεις σχεδόν να τα δεις -είναι αυτό το «όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος» -και τρέχεις και δε φτάνεις. Καμιά φορά είσαι καιρό σε «νάρκη» (το έχω ξαναγράψει, ΚΑΙ οι πασχαλίτσες πέφτουν σε νάρκη το χειμώνα!) και ξυπνάς κι είναι Άνοιξη, και θες να προφτάσεις να δεις, να ακούσεις, να μυρίσεις, να γευτείς όλα αυτά που τόσο καιρό έχανες. Και ναι, εγώ εδώ και κάμποσο καιρό έχω Άνοιξη -ό,τι κι αν είναι έξω- και τρέχω και δεν φτάνω. Και μια και άνοιξη σημαίνει και αρχή  κι αλλαγές, έχω διάφορες τέτοιες -όσες ίσως δεν είχα στη ζωή μου τα τελευταία 10-15 χρόνια. Πού θα με πάνε ακόμα δεν ξέρω -θα δείξει. Ξέρω όμως πως οι αλλαγές, όσο κι αν με τρομάζουν στην αρχή, στο τέλος για καλό μου βγαίνουν.
  • Από το περασμένο Σαββατοκύριακο μέχρι και τούτο δεν έχω κάτσει –σχεδόν– σπίτι μου ·κάτι οι αργίες που εδώ μας πέσαν μαζεμένες, κάτι η επίσκεψη της φιλενάδας απ’ τα βόρεια, κάτι τούτο κάτι κείνο, κάτι οι γιορτές και κάτι ο Παύλος που μας ξεσήκωσε -όλο βόλτες ήμουνα! Απορώ κι εγώ με την τόση μου δραστηριότητα, κανονικά είναι η εποχή που «πέφτω». Αλλά φαίνεται τούτη η χρονιά είναι αλλιώτικη, ακόμα και σ’ αυτό….
  • 31cέτσι λοιπόν, ήρθε το Ρουλιώ ξανά. Και μετά από ένα εξαιρετικό γεύμα (με πολύ κουβέντα και πολύ γέλιο και πολλές συγνώμες) στο σπίτι της abbtha, με παρέα τη meniek και την L’Enfant de la Haute Mer -γνωστές «ύποπτες» όλες τους-  πήγαμε μαζί (και με τον Παύλο και την παρέα του) στο θέατρο, Σάββατο βράδυ. Μια εξαιρετική παράσταση, και να πάτε να την δείτε στα σίγουρα -μέχρι το τέλος του Νοέμβρη. «Ιζαντόρα -When She Danced» του Μάρτιν Σέρμαν, στο θέατρο Μέλι. Με ένα εξαιρετικό θίασο -μια υπέροχη ερμηνεία από τη Δήμητρα Χατούπη σαν Ιζαντόρα Ντάνκαν, και δεν μπορώ να μην πω για την εκπληκτική χορεύτρια, τη Φαίδρα Σούτου, που χόρευε σαν «ψυχή» της Ιζαντόρα σε όλη την παράσταση. Ο χορός της στο κλείσιμο του έργου ήταν ό,τι είχα φανταστεί διαβάζοντας για τη ζωή και το χορό της μεγάλης χορεύτριας. (στο χρωστάω, Παύλε!). Και έχω ξαναπεί ότι δεν βρίσκω κανένα νόημα να κάτσω να κάνω κριτική στο έργο ή στις ερμηνείες -η τέχνη και το τι σε κάνει να νιώθεις είναι τόσο προσωπική υπόθεση… Εμένα με έκαναν να νιώσω όμορφα, να δακρύσω, να χορέψω -κι αυτό είναι το κέρδος μου. Να πάτε να το δείτε!
  • Την ημέρα του εθνικού μας DSC03278Όχι εμείς είπαμε ναι στην mamma και τον island -και πήγαμε σπίτι τους -μαζί με το Ρουλιώ βεβαίως- και τη La koumbara. Δεν θα περιγράψω εδώ τι καλά που περάσαμε, και τι καλά που φάγαμε και ήπιαμε και μιλήσαμε και γελάσαμε (κι ας μην πέτυχε το ψωμί). Θα πω μόνο ότι η παρέα απέκτησε άλλον ένα Τρομερό Σφεντονιστή!
  • Το Σάββατο που μας πέρασε, που φυσούσε ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει, αποφασίσαμε με τη δική μου κουμπάρα –συντέκνισσα είναι το σωστό, μια και της έχω βαφτίσει το γιο– να πάμε βόλτα. Πήγαμε λοιπόν στο κέντρο, στη Στοά Βιβλίου -εκεί βρήκαμε φίλους: Τη μαμαΡίτσα, την Ελένη μας, το Βασίλη, την Αθηνά, την Ειρήνη μου… Η αφορμή ήταν η παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Παργινού «με τον έρωτα περνάει ο καιρός, με τον καιρό περνάει ο έρωτας» . Η αλήθεια είναι όμως ότι αφορμή γυρεύαμε να ξαναβρεθούμε! Και μετά την παρουσίαση -που ήταν πολύ ενδιαφέρουσα- σιγά που δεν θα πηγαίναμε για κοριτσοκουβέντα (πάνω από σαλάτες, μπρουσκέτες και γλυκά) και σιγά που δεν θα περνούσαμε θαυμάσια!

Αυτά, για την ώρα. Μπήκε ο Νοέμβρης, έρχεται ο χειμώνας -ανάψαμε καλοριφέρ, βάλαμε χειμωνιάτικα… Ξέρω πως έχω παραμελήσει το blog μου -θέλει σουλούπωμα ακόμα και η όψη του, συμπλήρωμα τα λινκ του, ξεκαθάρισμα κι αυτό- αλλά δεν έχω χρόνο -ούτε κέφι να διαλέξω τραγούδι δεν έχω. Θα το κάνω, σίγουρα -σιγά σιγά -κι έχω και διάφορες ιδέες στο μυαλό μου, κι έχω και κάτι λύκους που «κοιμούνται» στην «αποθήκη» του, κι έχει και φεγγάρι απόψε… Μα, θέλω να είμαι κι εγώ «εδώ»!

Καλημέρα 🙂

Καλή βδομάδα

Καλό Μήνα

και ναι, τώρα σιγά σιγά να λέμε καλό χειμώνα… 😉

*«λίθοι τε καὶ  πλίνθοι καὶ  ξύλα καὶ  κέραμος ἀτάκτως  μὲν ἐρριμμένα οὐδὲν χρήσιμά ἐστιν«.
Ξενοφών ‘Απομνημονεύματα’ 3.1.7.3 – η φράση είναι του Σωκράτη.