«ατάκτως ερριμμένα»*…

Διάφορα –τακτικά και άτακτα– μια και δεν μπορώ να συμμαζέψω το μυαλό μου και το χρόνο μου και να στρωθώ να γράψω ένα κείμενο «της προκοπής» (που θα ‘λεγε κι η γιαγιά μου)

  • Είναι κάποιες φορές που νιώθεις το χρόνο να κυλά αργά, και τα χρόνια που περνάνε να βαραίνουν διπλά (και τριπλά καμιά φορά) και να μην συμβαίνει τίποτα διαφορετικό -όλες οι μέρες να είναι ίδιες, σαν τη μέρα της μαρμότας. Κι άλλες πάλι, που γίνονται τόσα στη ζωή σου, που δεν προφταίνεις σχεδόν να τα δεις -είναι αυτό το «όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος» -και τρέχεις και δε φτάνεις. Καμιά φορά είσαι καιρό σε «νάρκη» (το έχω ξαναγράψει, ΚΑΙ οι πασχαλίτσες πέφτουν σε νάρκη το χειμώνα!) και ξυπνάς κι είναι Άνοιξη, και θες να προφτάσεις να δεις, να ακούσεις, να μυρίσεις, να γευτείς όλα αυτά που τόσο καιρό έχανες. Και ναι, εγώ εδώ και κάμποσο καιρό έχω Άνοιξη -ό,τι κι αν είναι έξω- και τρέχω και δεν φτάνω. Και μια και άνοιξη σημαίνει και αρχή  κι αλλαγές, έχω διάφορες τέτοιες -όσες ίσως δεν είχα στη ζωή μου τα τελευταία 10-15 χρόνια. Πού θα με πάνε ακόμα δεν ξέρω -θα δείξει. Ξέρω όμως πως οι αλλαγές, όσο κι αν με τρομάζουν στην αρχή, στο τέλος για καλό μου βγαίνουν.
  • Από το περασμένο Σαββατοκύριακο μέχρι και τούτο δεν έχω κάτσει –σχεδόν– σπίτι μου ·κάτι οι αργίες που εδώ μας πέσαν μαζεμένες, κάτι η επίσκεψη της φιλενάδας απ’ τα βόρεια, κάτι τούτο κάτι κείνο, κάτι οι γιορτές και κάτι ο Παύλος που μας ξεσήκωσε -όλο βόλτες ήμουνα! Απορώ κι εγώ με την τόση μου δραστηριότητα, κανονικά είναι η εποχή που «πέφτω». Αλλά φαίνεται τούτη η χρονιά είναι αλλιώτικη, ακόμα και σ’ αυτό….
  • 31cέτσι λοιπόν, ήρθε το Ρουλιώ ξανά. Και μετά από ένα εξαιρετικό γεύμα (με πολύ κουβέντα και πολύ γέλιο και πολλές συγνώμες) στο σπίτι της abbtha, με παρέα τη meniek και την L’Enfant de la Haute Mer -γνωστές «ύποπτες» όλες τους-  πήγαμε μαζί (και με τον Παύλο και την παρέα του) στο θέατρο, Σάββατο βράδυ. Μια εξαιρετική παράσταση, και να πάτε να την δείτε στα σίγουρα -μέχρι το τέλος του Νοέμβρη. «Ιζαντόρα -When She Danced» του Μάρτιν Σέρμαν, στο θέατρο Μέλι. Με ένα εξαιρετικό θίασο -μια υπέροχη ερμηνεία από τη Δήμητρα Χατούπη σαν Ιζαντόρα Ντάνκαν, και δεν μπορώ να μην πω για την εκπληκτική χορεύτρια, τη Φαίδρα Σούτου, που χόρευε σαν «ψυχή» της Ιζαντόρα σε όλη την παράσταση. Ο χορός της στο κλείσιμο του έργου ήταν ό,τι είχα φανταστεί διαβάζοντας για τη ζωή και το χορό της μεγάλης χορεύτριας. (στο χρωστάω, Παύλε!). Και έχω ξαναπεί ότι δεν βρίσκω κανένα νόημα να κάτσω να κάνω κριτική στο έργο ή στις ερμηνείες -η τέχνη και το τι σε κάνει να νιώθεις είναι τόσο προσωπική υπόθεση… Εμένα με έκαναν να νιώσω όμορφα, να δακρύσω, να χορέψω -κι αυτό είναι το κέρδος μου. Να πάτε να το δείτε!
  • Την ημέρα του εθνικού μας DSC03278Όχι εμείς είπαμε ναι στην mamma και τον island -και πήγαμε σπίτι τους -μαζί με το Ρουλιώ βεβαίως- και τη La koumbara. Δεν θα περιγράψω εδώ τι καλά που περάσαμε, και τι καλά που φάγαμε και ήπιαμε και μιλήσαμε και γελάσαμε (κι ας μην πέτυχε το ψωμί). Θα πω μόνο ότι η παρέα απέκτησε άλλον ένα Τρομερό Σφεντονιστή!
  • Το Σάββατο που μας πέρασε, που φυσούσε ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει, αποφασίσαμε με τη δική μου κουμπάρα –συντέκνισσα είναι το σωστό, μια και της έχω βαφτίσει το γιο– να πάμε βόλτα. Πήγαμε λοιπόν στο κέντρο, στη Στοά Βιβλίου -εκεί βρήκαμε φίλους: Τη μαμαΡίτσα, την Ελένη μας, το Βασίλη, την Αθηνά, την Ειρήνη μου… Η αφορμή ήταν η παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Παργινού «με τον έρωτα περνάει ο καιρός, με τον καιρό περνάει ο έρωτας» . Η αλήθεια είναι όμως ότι αφορμή γυρεύαμε να ξαναβρεθούμε! Και μετά την παρουσίαση -που ήταν πολύ ενδιαφέρουσα- σιγά που δεν θα πηγαίναμε για κοριτσοκουβέντα (πάνω από σαλάτες, μπρουσκέτες και γλυκά) και σιγά που δεν θα περνούσαμε θαυμάσια!

Αυτά, για την ώρα. Μπήκε ο Νοέμβρης, έρχεται ο χειμώνας -ανάψαμε καλοριφέρ, βάλαμε χειμωνιάτικα… Ξέρω πως έχω παραμελήσει το blog μου -θέλει σουλούπωμα ακόμα και η όψη του, συμπλήρωμα τα λινκ του, ξεκαθάρισμα κι αυτό- αλλά δεν έχω χρόνο -ούτε κέφι να διαλέξω τραγούδι δεν έχω. Θα το κάνω, σίγουρα -σιγά σιγά -κι έχω και διάφορες ιδέες στο μυαλό μου, κι έχω και κάτι λύκους που «κοιμούνται» στην «αποθήκη» του, κι έχει και φεγγάρι απόψε… Μα, θέλω να είμαι κι εγώ «εδώ»!

Καλημέρα 🙂

Καλή βδομάδα

Καλό Μήνα

και ναι, τώρα σιγά σιγά να λέμε καλό χειμώνα… 😉

*«λίθοι τε καὶ  πλίνθοι καὶ  ξύλα καὶ  κέραμος ἀτάκτως  μὲν ἐρριμμένα οὐδὲν χρήσιμά ἐστιν«.
Ξενοφών ‘Απομνημονεύματα’ 3.1.7.3 – η φράση είναι του Σωκράτη.

Οι βδομάδες περνάνε τρέχοντας, η Άνοιξη είναι εδώ -και τρέχει κι αυτή, με χίλια φέτος. Τόσο που βιάστηκε να πλησιάσει το καλοκαίρι. Κι εγώ δεν την προλαβαίνω σχεδόν -ποτέ δεν ήμουν καλή στο τρέξιμο…

Δεν έχω τι να πω. Πιο σωστά, δεν ξέρω τι να πρωτοπώ. Θα’θελα να πω για το δάσκαλο Ευγένιο -ίσως το κάνω αργότερα. Θα’θελα να πω για τον Sakis και το «Παραμύθι» που τον κέρδισε, κι ας μην είχε δράκους (μεταξύ μας, εγώ το λάτρεψα το τραγούδι: «I’m in love with a fairytale…» -μου φαίνεται θα είναι για πολύ καιρό στα αγαπημένα μου). Και για χίλια δυο άλλα -πού πήγα, τι είδα, τι άκουσα…Αλλά δεν.

Δεν μπορώ. Έχασα τις λέξεις μου. Και δεν ξέρω και που να ψάξω να τις βρω! Άλλωστε, δυο χρόνια πριν, όταν ξεκινούσα τούτο το ιστολόγιο, οι λέξεις μου ήταν και πάλι λίγες.

Για την ώρα λέω να προσπαθήσω να μάθω άλλη γλώσσα. Τούτη (ή τούτες) που ξέρω δεν φτάνουν:

Όποιος ξεχνάει χάνεται
ραγίζει όποιος θυμάται
κι αυτός που παραστράτισε
στις ερημιές κοιμάται

Στα γιορτινά τα μαγαζιά
πολύχρωμες βιτρίνες
είπες πως θα ‘ρθεις να με βρεις
δυο χρόνια κι έξι μήνες

Αλλάζουν δρόμοι και μορφές
Οι εποχές αλλάζουν
κι οι από μηχανής θεοί
αμήχανα κοιτάζουν

Άστο παράθυρο ανοικτό
σ’ όλες τις καταιγίδες
θα δεις στο φως μιας αστραπής
όσα ποτέ δεν είδες

Μάθε τη γλώσσα της σιωπής
κι ύστερα έλα να μου πεις
πώς κλίνεται το σ’ αγαπώ
πώς βγάζει η έρημος καρπό….

Κι αν τη μάθω καλά, θα σας πω!

Καλημέρα 🙂

Ο «εικαστικός» Γιάννης Ρίτσος

Ο Γιάννης Ρίτσος, «ο ποιητής της Ρωμιοσύνης». Τα ποιήματά του γνωστά, τραγουδισμένα, αγαπημένα. Αλλά ο Ρίτσος είχε κι άλλο ταλέντο, λιγότερο γνωστό -ζωγράφιζε. Μια «ζωγραφική-γλυπτική», όπως έλεγε ο ίδιος:

«Έκανα μια, θα λέγαμε, ζωγραφική γλυπτική. Ξαφνικά μου έρχονταν μορφές ελληνικές οι οποίες σχετίζονταν με την αρχαία Ελλάδα, με τις αρχαιοελληνικές μορφές. Κάποτε ακολουθούσα τη γραφή της Κνωσού, κάποτε την κλασική… Μόνο ανθρώπινες μορφές κι ανθρώπινα σώματα, ποτέ τοπία. Σώματα ως επί το πλείστον γυμνά, ανθρώπινες μορφές και το πολύ πολύ άλογα».

Διαλέγοντας ως υλικά την πέτρα και το ξύλο, τα βότσαλα και τις ρίζες που ξεβράζει το κύμα ο ποιητής έμοιαζε να ελευθερώνει τα κρυμμένα τους μυστικά. Όπως σημειώνει ο Γ. Τσαρούχης «Το θέμα του είναι ένα σ’ ό,τι σχεδίασε και ζωγράφισε: η ανθρώπινη μορφή, που παλεύει με την αγριότητα του κόσμου για να αγριέψει και η ίδια στο τέλος και να γίνει τερατώδης και αλύπητη. Μα μέσα απ’ την αγριάδα και τη σκληρότητα, σαν σπίθα μέσα στη στάχτη, υπάρχει ατόφια αγάπη και, σαν περαστική αστραπή, ο έρωτας, πέρα από την εγκράτεια και την απόλαυση. Ο έρως που δημιουργεί τον κόσμο».

getimagedoΣτα έργα αυτά, δημιουργήματα τα περισσότερα της εξορίας, ο Γ. Ρίτσος διοχέτευσε την απελπισία του αλλά και τις άσβεστες ελπίδες του. Ζωγράφισε την ασχήμια, αλλά και την αγάπη του για τη ζωή και την ομορφιά. Αποτύπωσε τη μοναξιά του αλλά και τη βαθιά του πίστη στον άνθρωπο. «Ο Ρίτσος αναζητεί και ανακαλεί πάνω στις πέτρες του τον χαμένο παράδεισο: έναν κόσμο αιώνιας και αμάραντης νιότης, ερατεινά κορίτσια και αθλητικά αγόρια με ελληνικές κατατομές, εμπνευσμένες από την αρχαία αγγειογραφία» σημειώνει η Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα. «Το τραγικό του βίωμα ο ποιητής το αποτύπωσε σχεδόν αποκλειστικά και με μεγάλη εκφραστική ένταση στις ρίζες από καλάμια. Οι ίδιες οι ρίζες, βασανιστικές, ροζιασμένες του υπαγόρευαν τις μορφές που ανέσυρε με ελάχιστες γραμμές μέσα από τα πάθη του ξύλου. Γιατί οι ρίζες έχουν πάνω τους τα ίχνη του χρόνου, της φθοράς, του γήρατος. Έτσι βγήκαν αυτές οι μαρτυρικές φυσιογνωμίες, που ανταποκρίνονται στα πάθη του ποιητή, στα πάθη του λαού μας».

«Μόλις πρωτομπεί κανείς στο σπίτι του Ρίτσου έχει την εντύπωση πως μπαίνει σ’ ένα πρωτότυπο μουσείο. Τα τραπέζια, οι καρέκλες, οι τοίχοι, ακόμη και το πάτωμα έχουν κατακλυσθεί από τα έργα που φτιάχνει με τα χέρια του ο ποιητής. Πίνακες με σινική μελάνη σε καφετιά χρώματα, που θυμίζουν βυθό ή μικροσκοπική εξέταση της ζωής, ρίζες θάμνων σε φανταστικά σχήματα, κόκκαλα ζώων ζωγραφισμένα με το χέρι και πέτρες… δεκάδες πέτρες σ’ όλα τα σχήματα και τα μεγέθη.

Οι ζωγραφισμένες πέτρες του Ρίτσου, διαλεγμένες με στοργή από τον ίδιο σε στιγμές ανάπαυλας, στην παραλία της Σάμου, κι ύστερα σφραγισμένες μ’ εκείνη την εντελώς δική του προσωπικότητα, με μορφές αρχαϊκές, πρόσωπα, που λες και απαγγέλλουν στίχους του ποιητή… ή χορικά αρχαίου δράματος, έχουνε κι αυτές ξεπεράσει τα σύνορα της Ελλάδας. Δύο απ’  αυτές έχουν τιμητική θέση στο γραφείο του Αραγκόν

«Πολλοί έρχονται και μου ζητούν να κάνω έκθεση με όλα αυτά, λέει ο Ρίτσος, και με το χέρι δείχνει τα πέτρινα και τα κοκάλινα έργα του, που έχουν πια κατακλύσει το σπίτι. Πρόσφατα ήρθε ένας εκπρόσωπος μιας γκαλερί του Παρισιού…  Ωστόσο δε θέλω, αυτά είναι πάρεργα, δεν είναι η δουλειά μου».

Πώς αλήθεια αντικρίζει τα ζωγραφικά του έργα ο Ρίτσος; Μας το λέει ο ίδιος. Πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε από τα εκδοτικά «Κέδρος» η δέκατη τρίτη έκδοση του βιβλίου του Κώστα Βάρναλη «η αληθινή απολογία του Σωκράτη» με εικονογράφηση Γιάννη Ρίτσου. Σ’ ένα σύντομο πρόλογο για την εικονογράφηση του βιβλίου ο Ρίτσος λέει για τη ζωγραφική του: «Δεν είμαι ζωγράφος, παρ’ ότι απ’ τα πρώτα παιδικά χρόνια μου ασχολούμαι με τη ζωγραφική στο διάλειμμα της συγγραφικής δουλειάς μου. Αυτό το «στα διαλείμματα» δηλώνει καθαρά τον ανεύθυνο ερασιτεχνισμό αυτής μου της ασχολίας».

Ωστόσο, οι ζωγραφισμένες πέτρες του Ρίτσου είχαν κάνει όλο το δρόμο ως το Παρίσι, για να εκτεθούν στο χώρο όπου είχε ανέβει η «Ρωμιοσύνη». Και εντυπωσίασαν!»

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από αφιέρωμα της εφημερίδας Ριζοσπάστης με ημερομηνία 26/01/1975 -το βρήκα στο αρχείο της εφημερίδας.

Μια και φέτος είναι επίσημα «Έτος Ρίτσου» αλλά η «μαμά πατρίδα» -ως συνήθως- απέχει… Αντιγράφω από το κάλεσμα της Αγγελικής Κώττη, που την ξέρουμε και σαν «Εαρινή Συμφωνία» : Δεν μπορώ να δεχτώ πως έχουμε Ετος Ρίτσου και η μητριά- πατρίδα ακόμα κοιμάαααααται. Και μάλιστα, έναν ύπνο του αδίκου. Επομένως, ας πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Και μια και εγώ είμαι πάντα οπαδός του «συν Αθηνά και χείρα κίνει», σήμερα, Πρώτη Μάη, ημέρα γενεθλίων του ποιητή, θέλω να τον θυμάμαι. Πάντα.

«Να με θυμόσαστε – είπε.
Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα.
Την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα.
Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα.
Πάμπτωχος.
Μ’ ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα.

Να με θυμάστε»

Καλημέρα 🙂
Καλό Μήνα!

[και, είναι γνωστό, αλλά να το ξαναλέμε: σήμερα δεν είν’ αργία, είν’ Απεργία, ναι;]