«μια εφηβεία επιεικής, που γίνεται 40…»

Και να, που έφτασε κι αυτό… Σαράντα, στρογγυλά -μ’ άρεσαν πάντα οι «στρογγυλοί» αριθμοί. Στα σαράντα χρόνια που πέρασαν, λοιπόν, νομίζω πως έχω να μετράω θετικά. Όμορφες αναμνήσεις, γλυκές στιγμές -αυτές είναι οι περισσότερες.
Φέτος τα γενέθλιά μου είναι μαζί με τη γιορτή του Άη Γιώργη. Με όσους «γνωριζόμαστε» από παλιά, μπορεί και να θυμάστε ότι με τον Άη Γιώργη έχω μεγάλες αγάπες -στις παιδικές μου αναμνήσεις έχει καταγραφεί σαν «η τελευταία στάση πριν τον Παράδεισο». Όπου Παράδεισος ήταν το χωριό στην Κρήτη, για τις καλοκαιρινές διακοπές. Και είχα πάντα πολλούς αγαπημένους Γιώργηδες: θείους, ο αγαπημένος ξάδερφος, ο πρώτος μου φίλος στο σχολείο, ο αγαπημένος μου Δάσκαλος, και μετά υπέροχοι φίλοι, κάνουν το όνομα ακόμα πιο αγαπημένο. Θεώρησα καλό σημάδι, λοιπόν, τη φετινή σύμπτωση. Και σβήνω τα σαράντα κεράκια μου, και κάνω ευχή: Να είναι καλά όσοι αγαπάω, να αντέχουν -και να αντέχω.

[αγαπημένε μου AfMarx, ευχαριστώ! Και… να σε χαιρόμαστε σήμερα :-)]

Στο διαδίκτυο, τα τελευταία 5 περίπου χρόνια που «κυκλοφορώ» σαν πασχαλίτσα, έχω συναντήσει πολλούς όμορφους ανθρώπους. Ένας απ’ αυτούς είναι ο κύριος Κώστας Κοτρώνης, που σε κάποιο σχόλιο που του έκανα (νομίζω ευχές για τα δικά του γενέθλια) μου χάρισε ένα διήγημα που δημοσίευσε στο περιοδικό «Κηρήθρες», την Άνοιξη του 2007. Και μιλάει για μια πασχαλίτσα που της αρέσει το διάβασμα και ο Μάλαμας! Παράξενη σύμπτωση, μια και μοιάζει σα να είναι λίγο γραμμένο «για μένα», χωρίς να με ξέρει!  Σκέφτηκα λοιπόν να το βάλω εδώ, να το μοιραστώ με τους φίλους μου. Και να πω ευχαριστώ ξανά.

Βρέθηκε να περπατά πάνω στο Σενάρια του Έρμαν Έσσε. Έψαχνε δρόμο. Μετά ξέφυγε στο βιβλίο της ανησυχίας του Πεσσόα και φτερούγισε στις τρεις σχεδίες του Τίτου Πατρίκιου. Από εκεί δεν έφυγε. Την έβλεπα, της άρεσε… Πήρα τον άνθρωπο καλαμπόκι και τον ακούμπησα δίπλα στον Πατρίκιο. Κοίταγε παράξενα. Ακαθόριστα. Λες και διάβασε τα Αμανίτα Μουσκάρια του Μεθενίτη.

Θυμήθηκα τον Παναγούλη που μες τη φυλακή έπαιζε ώρες με μια πασχαλίτσα. Κι ένα φίλο, που έλεγε ότι είναι κατάκτηση να βαριέσαι σ’ ένα άδειο δωμάτιο αλλά να ταξιδεύεις.

Άρχισα να της μιλάω. Έψαχνα τα μάτια της. Πήρα ένα μεγεθυντικό φακό και την είδα καλά. Κάτι μεγάλα πράσινα μάτια. Μου χαμογέλασε.
«Η αγάπη από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει, κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει.»
Όταν κοιτάς μια πασχαλίτσα, ξεχνάς τη μελαγχολία σου. Το κόκκινο είναι πολύ, το μαύρο λίγο. Ξεχάστηκα μαζί της, άρχισα να ονειροπολώ. Και φοβάμαι μην πετάξει και χαθεί.
Έκλεισα το ανοιχτό παράθυρο. Μεσημέρι καλοκαιριού. Πήρα την πανσιόν Εύα του Καμιλλέρι και της διάβασα το αρχικό τρίστιχο του Κλεμέντι «χρειάζεται καθημερινή άσκηση για να διασχίσεις το μακρύ δρόμο που οδηγεί στον Παρνασσό…» Μου φάνηκε ότι μούτρωσε και σκέφθηκα να βάλω μουσική. Μπορεί να μην την αρέσουν τα βιβλία και τυχαία να μπερδεύτηκε μέσα σ’ αυτά, νόμισα.
Ο Μάλαμας έλεγε τα δικά του «άμα δε λιώσουμε μαζί πώς θες να γίνουμ’ ένα».

 Πήγα στην κουζίνα να πάρω κρύο νερό να δροσιστούμε. Εγώ και η πασχαλίτσα. Γύρισα και την έψαχνα στη λάμπα, στις κουρτίνες, στα βιβλία, στους ατέλειωτους λογαριασμούς, στο Μετρονόμο που ήταν στο πάτωμα. Είχε χωθεί στη βλακεία του έρωτα ενός καλού γερμανού συγγραφέα. Τη βρήκα στη σελίδα 41. «Η Γιούντιθ κι εγώ κάνουμε που και που μικρές ανούσιες συζητήσεις που δεν μας αφήνουν αμφιβολία ότι είμαστε σε ευχάριστη διάθεση. Για παράδειγμα, προκύπτει το ερώτημα αν οι οδηγοί των τραμ που διασταυρώνονται θα έπρεπε να χαιρετιούνται ή όχι. Η Γιούντιθ πιστεύει ότι πρέπει να χαιρετιούνται, εγώ διαφωνώ, γιατί δεν είναι δυνατόν να χαιρετιούνται πενήντα ή εξήντα φορές την ημέρα. Αλλά δεν γίνεται και να κοιτάζουν κάθε φορά αλλού όταν διασταυρώνονται, λέει η Γιούντιθ. Δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα και χαιρόμαστε που δεν είμαστε οδηγοί τραμ». Σε μια πρόχειρη έρευνα που έκανα ανάμεσα σε φίλους μισές μισές ήταν οι απαντήσεις. Σε μερικά πράγματα δεν βρίσκεις άκρη, σκέφθηκα…



Πήρα το καπάκι απ’ το μπουκάλι, το γέμισα νερό και το άφησα δίπλα της να πιεί. Η πασχαλίτσα κολύμπησε μες το καπάκι. Ήξερε καλό κολύμπι! Σκέφθηκα ότι γι’ αυτή αυτό το λίγο νερό είναι θάλασσα.
Πήρα μια μικρή χελωνίτσα, την έχω χρόνια τώρα και την έβαλα δίπλα στην πασχαλίτσα. Δεν παρατήρησα καμία αντίδραση. Η καθεμιά στον κόσμο της. Πλήρης αδιαφορία.
Η πασχαλίτσα συνέχισε να διαβάζει τον γερμανό συγγραφέα κι εγώ έναν Έλληνα, τον Μαμαλούκα, τη χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα. Ανταλλάσσαμε ματιές, χαμόγελα, νιώθαμε οικεία. Αυτή διάβαζε τις σελίδες πιο γρήγορα από μένα. Εγώ διαβάζω αργά, σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι τους ήρωες του βιβλίου, άσε που μερικές φορές μπερδεύομαι και χάνομαι μαζί τους. Τέλος πάντων, τα βιβλία δεν είναι για κατανάλωση… Άσε την πασχαλίτσα να διαβάζει γρήγορα…
Πήγε τρεις το πρωί, την πρωτοείδα το μεσημέρι κι είναι σα να γνωριζόμαστε χρόνια. Απίθανο!

Πάμε μαζί διακοπές; Βουνό ή θάλασσα; Αυτή ήθελε βουνό, εγώ θάλασσα. Πήγαμε και βουνό και θάλασσα. Αυτή με έκανε να αγαπήσω το βουνό κι εγώ τη θάλασσα. Στη θάλασσα συναντήσαμε κι ένα γλάρο που μας κορόιδευε, επειδή αυτός μπορούσε να πετάει. Κάνω κι εγώ μια βουτιά στα βαθιά, του είπα να έρθει μαζί μου, αλλά σιγά… Τελικά με τον γλάρο γίναμε οι καλύτεροι φίλοι. Είναι ωραίο να νιώθεις ότι έχεις ένα γλάρο φίλο.
Μια μέρα η πασχαλίτσα με ρώτησε αν έχω απωθημένα. Δεν άντεξα, της το είπα. Τη χρονιά που πέρασε έγινε μια μαγική ποιητική βραδιά και ήταν να διαβάσω ένα ποίημα του Τίτου Πατρίκιου. Όμως ήταν τόσος ο κόσμος που κάποιοι δεν προλάβαμε.
Γράψ’ το, μου είπε. Δεν είναι καλά να ζεις ανεκπλήρωτα.
Αυτό θα κάνω.
Η ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΧΗ

Δε μένουν πολλά,
για νέα ποιήματα,
ίσως να έχουν όλα ειπωθεί,
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει μονάχα ο θάνατος
για τον καθένα μας
ανείπωτος.

Μένουν πολλά,
για νέα ποιήματα
κι ας έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει η υπόλοιπη ζωή
για τον καθένας μας
απρόβλεπτη κι ανείπωτη.
Τίτος Πατρίκιος: Η ηδονή των παραστάσεων

Καλημέρα 🙂

Και του χρόνου 😉 

Advertisements

(re-post από τα παλιά) «Ωραία είσαι Άνοιξη, γιατί δε μας λυπάσαι…»

«Τσ’ άνοιξης το χαμόγελο με το δικό σου μοιάζει
κι όταν γελάς σα να θωρώ την εποχή ν’ αλλάζει…»



dsc01353Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη, /Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώραλέει ο ποιητής. Και είναι στ’ αλήθεια σαν ξεκίνημα έρωτα κάθε φορά που έρχεται η Άνοιξη. Της ταιριάζει τόσο, άλλωστε -ξεκίνημα δεν είναι κι αυτός;

Την αγαπάω πολύ την άνοιξη, είναι φανερό μάλλον. Είναι η δική μου εποχή. Για χίλιους λόγους.

Γιατί είναι φωτεινή και χαρούμενη. dsc01356Γιατί μυρίζει τριαντάφυλλα, γαζία, βιολέτες, πασχαλιές και φρέζιες. Γιατί έχει γεύση από φράουλες, κεράσια και βερύκοκα. Γιατί έχει τα χρώματα του ουράνιου τόξου μετά από βροχούλα, του βρεγμένου γρασιδιού το έντονο πράσινο μετά από μπόρα, του ήλιου το χρυσαφένιο όταν φωτίζει η ανατολή, της παπαρούνας το φλογισμένο κόκκινο. Γιατί κάθε καινούρια άνοιξη γεμίζει ο ουρανός χελιδόνια και η γη λαμπερές πασχαλίτσες. Γιατί είναι υπέροχο να αγγίζεις το βρεγμένο χώμα, τα βελούδινα φύλλα των λουλουδιών, να σε ζεσταίνει σα να σε χαϊδεύει ο ήλιος και να ονειρεύεσαι τη θάλασσα. Γιατί… είναι Άνοιξη.

maypoleΑκόμα κι αν σε ζορίζει ώρες ώρες. Ακόμα κι αν δεν την αντέχεις εύκολα, ακόμα κι αν είναι ώρα για σκέψεις. Ακόμα κι αν χρειάζεται να κάνεις ξεκαθαρίσματα (από πέρσι τα παλεύω, ακόμα δεν γέμισα τα κουτάκια μου…). Ακόμα κι αν, έτσι ξαφνικά -ή λιγότερο ξαφνικά (αφού καιρό φαινότανε), αποφασίζεις να περπατήσεις μπροστά, να πας παραπέρα. Ακόμα κι αν υπάρχει ο κίνδυνος, καθώς η άνοιξη μπαίνει -μέρα μεσημέρι και φωτίζει τα πάντα, να σε κάνει να δεις κατάματα τις αλήθειες σου. Ακόμα κι αν σε προλάβει να είσαι λυπημένη, μόνη και μπερδεμένη. Ακόμα κι έτσι είναι υπέροχη, μαγική. Και κάνει ακριβώς ότι χρειάζεσαι, τελικά. Γιατί πώς να πας παρακάτω αν δεν κοιτάξεις και δεν ξεκαθαρίσεις και δεν αποφασίσεις τα «πίσω» σου; Κι αν δεν αφήσεις χώρο για το φως, πώς θα ‘ναι σα να μπαίνει Άνοιξη;

Πάντα νομίζω πως το μόνο που ήθελα ήταν η Άνοιξη. Κι ενώ ήταν μπροστά μου δεν την έβλεπα. Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω πώς, αλλά μου τη χρωστούσε -η ζωή. Και άρχισε να έρχεται, δειλά ήρθε η πρώτη Άνοιξη, με πιο μεγάλα βήματα οι επόμενες. Και μου φαίνεται ότι θα την κρατήσω για πολύ -δε λέω για πάντα, μπορεί να περάσω και στο καλοκαίρι κάποτε… Αλλά για την ώρα,
Κόκκινο τριαντάφυλλο
Είσαι μες στην καρδιά μου
Την νύχτα γίνεσαι πληγή
Που τρώει τα σωθικά μου

Έρχεσαι πάντα πιο νωρίς
Κανείς δε σε γνωρίζει
άλλον τον κάνεις ν’ αγαπά
Κι άλλον να μη γυρίζει

Και δε σου φτάνουν όλ’ αυτά
Φεύγεις και δε θυμάσαι
Ωραία είσαι άνοιξη
Γιατί δεν μας λυπάσαι…


Να έχουμε όλοι μια υπέροχη, χαρούμενη και χαμογελαστή Άνοιξη.  Και πολλές πολλές ακόμα.

Καλημέρα!  🙂

**τα λουλούδια είναι του κήπου μου, και τα τραγούδια -βεβαίως- αφιερωμένα… στην Άνοιξη ντε, τι ρωτάτε;

**και ναι, είναι πια σίγουρο: οι άνθρωποι που είναι γεννημένοι Άνοιξη είναι οι καλύτεροι, και δε σηκώνω κουβέντα! 😆

υγ. Τα κερ-άσματα της Άνοιξης, που είναι «κρυμμένα» στο κείμενο:

Τσ’ άνοιξης το χαμόγελο, Βασίλης Σκουλάς (Γιώργης Σταυρακάκης, Άνθη του Χρόνου 2007)

Ανοιξιάτικη Βροχούλα, Βαγγέλης Γερμανός (Τα μπαράκια 1981)

Ανοιξιάτικη μπόρα, Ορφέας Περίδης (Μιλτιάδης Μαλακάσης/Ορφέας Περίδης, Απ’ το παράθυρο κοιτώ 2004)

Με την καινούρια Άνοιξη, Βασίλης Σκουλάς(Γιώργος Σταυρακάκης/Βασίλης Σκουλάς, Σεριάνισμα στην Κρήτη 1980)

Δεν την αντέχεις εύκολα την Άνοιξη, Χάρις Αλεξίου (Ηλίας Κατσούλης/Νίκος Τάτσης, Εμφύλιος Έρωτας 1984)

Η άνοιξη, Άλκηστις Πρωτοψάλτη (Λίνα Νικολακοπούλου/Σταμάτης Κραουνάκης, Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ 1985)

Άνοιξη μπαίνει μεσημέρι, Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Οδυσσέας Ιωάννου/Θάνος Μικρούτσικος, Θάλασσα στη σκάλα 1999)

Αν με προλάβει η Άνοιξη, Χάρις Αλεξίου (Κώστας Χατζής, Η Αλεξίου τραγουδάει Χατζή 1991)

Άνοιξη, Σοφία Βόσσου (Ανδρέας Μικρούτσικος, Άνοιξη 1991)

Η πρώτη άνοιξη, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, (Μίνωας Μάτσας, Ο μάγος της πόλης 1997)

(Επανάληψη, μα δεν μπορώ να βρω καλύτερο για σήμερα, με τέτοια Άνοιξη και τέτοιο φεγγάρι…)

κιόλας Άνοιξη..!


Ναι, είναι γνωστό -είμαι παιδί της Άνοιξης. Μ’ αρέσουν κι οι άλλες εποχές, μα δεν αντέχω το χειμώνα (βέβαια, μεταξύ μας, έτσι που έχουμε κάνει το κλίμα στον πλανήτη, δεν έχουμε χειμώνα τα τελευταία χρόνια, αλλά τέλος πάντων…). Πάντα πανηγυρίζω τον ερχομό της Άνοιξης -είναι για μένα εποχή ανοιγμάτων, ανανέωσης, αποφάσεων, εποχή που μπορείς -που βοηθάει- να ξεκαθαρίσεις και να πας παρακάτω… Τα ίδια έλεγα, δυο χρόνια πριν, και μου φαίνεται ότι έκανα πολύ δρόμο από τότε. Άλλαξα, πολλά στη ζωή μου -μικρά και μεγαλύτερα, πρακτικά και λιγότερο πρακτικά. Και έχω ακόμα, μα…

… μα φέτος η Άνοιξη παραήρθε νωρίς! Πριν καλά καλά μπει ο Μάρτης, πριν γράψουν τα ημερολόγια, πριν βάλουμε ξανά τα μάλλινα στη ντουλάπα, ήταν ήδη εδώ! Και δεν το λένε μονάχα τα λουλούδια, που τρελάθηκαν κι ανθίζουν από το Φλεβάρη.  Εμάς εδώ στο σπίτι μας, μας το ανακοίνωσε πανηγυρικά η Φρίντα!

Οι πιο παλιοί επισκέπτες του blog θα θυμάστε τη Φρίντα (που ήταν -νομίζαμε πως ήταν- Φρέντυ, στην αρχή… ). Για τους νεώτερους, κι όσους (λίγοι φαντάζομαι) δε μας ξέρουν, είναι η σκιουρίνα μας, που έγινε κιόλας τριών περίπου χρόνων. Ε, οι Φρίντες, μόλις ξεκινήσουν τα κρύα, πέφτουν –κι αυτές– σε χειμερία νάρκη. Και ξυπνούν την Άνοιξη. Και δε φτάνει που ξυπνούν, αλλά θέλουν -ντε και καλά!- να ζευγαρώσουν, κιόλας..! Και το ανακοινώνουν πανηγυρικά -όχι, ακούστε πώς με ξύπνησε τα χαράματα της Κυριακής:

(η ηχογράφηση είναι με κινητό, με το τζάμι κλειστό και τη Φρίντα έξω στο μπαλκόνι -όταν μας βλέπει ή μας ακούει κοντά, σταματάει, κι έτσι δεν κατάφερα να βγάλω βιντεάκι!)

Αν έπρεπε να βάλω χρώμα στην Άνοιξη, θα ήταν αδύνατο· είναι όλα τα χρώματα μαζί. Και με τις μυρωδιές θα με δυσκόλευε -είναι όλες οι μυρωδιές της εξοχής μαζί. Αλλά αν ήταν για μουσική… για μένα πάντα η Άνοιξη ήταν ένα βαλς, ένας από τους παλιούς χορούς που αγαπώ -και που μ’ αρέσει να χορεύω…

(το Βαλς της Ηλέκτρας, Μιλτιάδης Πασχαλίδης/ Ξένιος – Η Κρήτη εντός μου, 2010)

Καλή Άνοιξη, λοιπόν -ας είναι, φέτος, επιτέλους!

Καλημέρα

[ό,τι ώρα κι αν είναι 😉  ]

«ατάκτως ερριμμένα»*…

Διάφορα –τακτικά και άτακτα– μια και δεν μπορώ να συμμαζέψω το μυαλό μου και το χρόνο μου και να στρωθώ να γράψω ένα κείμενο «της προκοπής» (που θα ‘λεγε κι η γιαγιά μου)

  • Είναι κάποιες φορές που νιώθεις το χρόνο να κυλά αργά, και τα χρόνια που περνάνε να βαραίνουν διπλά (και τριπλά καμιά φορά) και να μην συμβαίνει τίποτα διαφορετικό -όλες οι μέρες να είναι ίδιες, σαν τη μέρα της μαρμότας. Κι άλλες πάλι, που γίνονται τόσα στη ζωή σου, που δεν προφταίνεις σχεδόν να τα δεις -είναι αυτό το «όσα φέρνει η ώρα, δεν τα φέρνει ο χρόνος» -και τρέχεις και δε φτάνεις. Καμιά φορά είσαι καιρό σε «νάρκη» (το έχω ξαναγράψει, ΚΑΙ οι πασχαλίτσες πέφτουν σε νάρκη το χειμώνα!) και ξυπνάς κι είναι Άνοιξη, και θες να προφτάσεις να δεις, να ακούσεις, να μυρίσεις, να γευτείς όλα αυτά που τόσο καιρό έχανες. Και ναι, εγώ εδώ και κάμποσο καιρό έχω Άνοιξη -ό,τι κι αν είναι έξω- και τρέχω και δεν φτάνω. Και μια και άνοιξη σημαίνει και αρχή  κι αλλαγές, έχω διάφορες τέτοιες -όσες ίσως δεν είχα στη ζωή μου τα τελευταία 10-15 χρόνια. Πού θα με πάνε ακόμα δεν ξέρω -θα δείξει. Ξέρω όμως πως οι αλλαγές, όσο κι αν με τρομάζουν στην αρχή, στο τέλος για καλό μου βγαίνουν.
  • Από το περασμένο Σαββατοκύριακο μέχρι και τούτο δεν έχω κάτσει –σχεδόν– σπίτι μου ·κάτι οι αργίες που εδώ μας πέσαν μαζεμένες, κάτι η επίσκεψη της φιλενάδας απ’ τα βόρεια, κάτι τούτο κάτι κείνο, κάτι οι γιορτές και κάτι ο Παύλος που μας ξεσήκωσε -όλο βόλτες ήμουνα! Απορώ κι εγώ με την τόση μου δραστηριότητα, κανονικά είναι η εποχή που «πέφτω». Αλλά φαίνεται τούτη η χρονιά είναι αλλιώτικη, ακόμα και σ’ αυτό….
  • 31cέτσι λοιπόν, ήρθε το Ρουλιώ ξανά. Και μετά από ένα εξαιρετικό γεύμα (με πολύ κουβέντα και πολύ γέλιο και πολλές συγνώμες) στο σπίτι της abbtha, με παρέα τη meniek και την L’Enfant de la Haute Mer -γνωστές «ύποπτες» όλες τους-  πήγαμε μαζί (και με τον Παύλο και την παρέα του) στο θέατρο, Σάββατο βράδυ. Μια εξαιρετική παράσταση, και να πάτε να την δείτε στα σίγουρα -μέχρι το τέλος του Νοέμβρη. «Ιζαντόρα -When She Danced» του Μάρτιν Σέρμαν, στο θέατρο Μέλι. Με ένα εξαιρετικό θίασο -μια υπέροχη ερμηνεία από τη Δήμητρα Χατούπη σαν Ιζαντόρα Ντάνκαν, και δεν μπορώ να μην πω για την εκπληκτική χορεύτρια, τη Φαίδρα Σούτου, που χόρευε σαν «ψυχή» της Ιζαντόρα σε όλη την παράσταση. Ο χορός της στο κλείσιμο του έργου ήταν ό,τι είχα φανταστεί διαβάζοντας για τη ζωή και το χορό της μεγάλης χορεύτριας. (στο χρωστάω, Παύλε!). Και έχω ξαναπεί ότι δεν βρίσκω κανένα νόημα να κάτσω να κάνω κριτική στο έργο ή στις ερμηνείες -η τέχνη και το τι σε κάνει να νιώθεις είναι τόσο προσωπική υπόθεση… Εμένα με έκαναν να νιώσω όμορφα, να δακρύσω, να χορέψω -κι αυτό είναι το κέρδος μου. Να πάτε να το δείτε!
  • Την ημέρα του εθνικού μας DSC03278Όχι εμείς είπαμε ναι στην mamma και τον island -και πήγαμε σπίτι τους -μαζί με το Ρουλιώ βεβαίως- και τη La koumbara. Δεν θα περιγράψω εδώ τι καλά που περάσαμε, και τι καλά που φάγαμε και ήπιαμε και μιλήσαμε και γελάσαμε (κι ας μην πέτυχε το ψωμί). Θα πω μόνο ότι η παρέα απέκτησε άλλον ένα Τρομερό Σφεντονιστή!
  • Το Σάββατο που μας πέρασε, που φυσούσε ο βοριάς που τ’ αρνάκια παγώνει, αποφασίσαμε με τη δική μου κουμπάρα –συντέκνισσα είναι το σωστό, μια και της έχω βαφτίσει το γιο– να πάμε βόλτα. Πήγαμε λοιπόν στο κέντρο, στη Στοά Βιβλίου -εκεί βρήκαμε φίλους: Τη μαμαΡίτσα, την Ελένη μας, το Βασίλη, την Αθηνά, την Ειρήνη μου… Η αφορμή ήταν η παρουσίαση του βιβλίου του Νίκου Παργινού «με τον έρωτα περνάει ο καιρός, με τον καιρό περνάει ο έρωτας» . Η αλήθεια είναι όμως ότι αφορμή γυρεύαμε να ξαναβρεθούμε! Και μετά την παρουσίαση -που ήταν πολύ ενδιαφέρουσα- σιγά που δεν θα πηγαίναμε για κοριτσοκουβέντα (πάνω από σαλάτες, μπρουσκέτες και γλυκά) και σιγά που δεν θα περνούσαμε θαυμάσια!

Αυτά, για την ώρα. Μπήκε ο Νοέμβρης, έρχεται ο χειμώνας -ανάψαμε καλοριφέρ, βάλαμε χειμωνιάτικα… Ξέρω πως έχω παραμελήσει το blog μου -θέλει σουλούπωμα ακόμα και η όψη του, συμπλήρωμα τα λινκ του, ξεκαθάρισμα κι αυτό- αλλά δεν έχω χρόνο -ούτε κέφι να διαλέξω τραγούδι δεν έχω. Θα το κάνω, σίγουρα -σιγά σιγά -κι έχω και διάφορες ιδέες στο μυαλό μου, κι έχω και κάτι λύκους που «κοιμούνται» στην «αποθήκη» του, κι έχει και φεγγάρι απόψε… Μα, θέλω να είμαι κι εγώ «εδώ»!

Καλημέρα 🙂

Καλή βδομάδα

Καλό Μήνα

και ναι, τώρα σιγά σιγά να λέμε καλό χειμώνα… 😉

*«λίθοι τε καὶ  πλίνθοι καὶ  ξύλα καὶ  κέραμος ἀτάκτως  μὲν ἐρριμμένα οὐδὲν χρήσιμά ἐστιν«.
Ξενοφών ‘Απομνημονεύματα’ 3.1.7.3 – η φράση είναι του Σωκράτη.

Οι βδομάδες περνάνε τρέχοντας, η Άνοιξη είναι εδώ -και τρέχει κι αυτή, με χίλια φέτος. Τόσο που βιάστηκε να πλησιάσει το καλοκαίρι. Κι εγώ δεν την προλαβαίνω σχεδόν -ποτέ δεν ήμουν καλή στο τρέξιμο…

Δεν έχω τι να πω. Πιο σωστά, δεν ξέρω τι να πρωτοπώ. Θα’θελα να πω για το δάσκαλο Ευγένιο -ίσως το κάνω αργότερα. Θα’θελα να πω για τον Sakis και το «Παραμύθι» που τον κέρδισε, κι ας μην είχε δράκους (μεταξύ μας, εγώ το λάτρεψα το τραγούδι: «I’m in love with a fairytale…» -μου φαίνεται θα είναι για πολύ καιρό στα αγαπημένα μου). Και για χίλια δυο άλλα -πού πήγα, τι είδα, τι άκουσα…Αλλά δεν.

Δεν μπορώ. Έχασα τις λέξεις μου. Και δεν ξέρω και που να ψάξω να τις βρω! Άλλωστε, δυο χρόνια πριν, όταν ξεκινούσα τούτο το ιστολόγιο, οι λέξεις μου ήταν και πάλι λίγες.

Για την ώρα λέω να προσπαθήσω να μάθω άλλη γλώσσα. Τούτη (ή τούτες) που ξέρω δεν φτάνουν:

Όποιος ξεχνάει χάνεται
ραγίζει όποιος θυμάται
κι αυτός που παραστράτισε
στις ερημιές κοιμάται

Στα γιορτινά τα μαγαζιά
πολύχρωμες βιτρίνες
είπες πως θα ‘ρθεις να με βρεις
δυο χρόνια κι έξι μήνες

Αλλάζουν δρόμοι και μορφές
Οι εποχές αλλάζουν
κι οι από μηχανής θεοί
αμήχανα κοιτάζουν

Άστο παράθυρο ανοικτό
σ’ όλες τις καταιγίδες
θα δεις στο φως μιας αστραπής
όσα ποτέ δεν είδες

Μάθε τη γλώσσα της σιωπής
κι ύστερα έλα να μου πεις
πώς κλίνεται το σ’ αγαπώ
πώς βγάζει η έρημος καρπό….

Κι αν τη μάθω καλά, θα σας πω!

Καλημέρα 🙂

Ο «εικαστικός» Γιάννης Ρίτσος

Ο Γιάννης Ρίτσος, «ο ποιητής της Ρωμιοσύνης». Τα ποιήματά του γνωστά, τραγουδισμένα, αγαπημένα. Αλλά ο Ρίτσος είχε κι άλλο ταλέντο, λιγότερο γνωστό -ζωγράφιζε. Μια «ζωγραφική-γλυπτική», όπως έλεγε ο ίδιος:

«Έκανα μια, θα λέγαμε, ζωγραφική γλυπτική. Ξαφνικά μου έρχονταν μορφές ελληνικές οι οποίες σχετίζονταν με την αρχαία Ελλάδα, με τις αρχαιοελληνικές μορφές. Κάποτε ακολουθούσα τη γραφή της Κνωσού, κάποτε την κλασική… Μόνο ανθρώπινες μορφές κι ανθρώπινα σώματα, ποτέ τοπία. Σώματα ως επί το πλείστον γυμνά, ανθρώπινες μορφές και το πολύ πολύ άλογα».

Διαλέγοντας ως υλικά την πέτρα και το ξύλο, τα βότσαλα και τις ρίζες που ξεβράζει το κύμα ο ποιητής έμοιαζε να ελευθερώνει τα κρυμμένα τους μυστικά. Όπως σημειώνει ο Γ. Τσαρούχης «Το θέμα του είναι ένα σ’ ό,τι σχεδίασε και ζωγράφισε: η ανθρώπινη μορφή, που παλεύει με την αγριότητα του κόσμου για να αγριέψει και η ίδια στο τέλος και να γίνει τερατώδης και αλύπητη. Μα μέσα απ’ την αγριάδα και τη σκληρότητα, σαν σπίθα μέσα στη στάχτη, υπάρχει ατόφια αγάπη και, σαν περαστική αστραπή, ο έρωτας, πέρα από την εγκράτεια και την απόλαυση. Ο έρως που δημιουργεί τον κόσμο».

getimagedoΣτα έργα αυτά, δημιουργήματα τα περισσότερα της εξορίας, ο Γ. Ρίτσος διοχέτευσε την απελπισία του αλλά και τις άσβεστες ελπίδες του. Ζωγράφισε την ασχήμια, αλλά και την αγάπη του για τη ζωή και την ομορφιά. Αποτύπωσε τη μοναξιά του αλλά και τη βαθιά του πίστη στον άνθρωπο. «Ο Ρίτσος αναζητεί και ανακαλεί πάνω στις πέτρες του τον χαμένο παράδεισο: έναν κόσμο αιώνιας και αμάραντης νιότης, ερατεινά κορίτσια και αθλητικά αγόρια με ελληνικές κατατομές, εμπνευσμένες από την αρχαία αγγειογραφία» σημειώνει η Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα. «Το τραγικό του βίωμα ο ποιητής το αποτύπωσε σχεδόν αποκλειστικά και με μεγάλη εκφραστική ένταση στις ρίζες από καλάμια. Οι ίδιες οι ρίζες, βασανιστικές, ροζιασμένες του υπαγόρευαν τις μορφές που ανέσυρε με ελάχιστες γραμμές μέσα από τα πάθη του ξύλου. Γιατί οι ρίζες έχουν πάνω τους τα ίχνη του χρόνου, της φθοράς, του γήρατος. Έτσι βγήκαν αυτές οι μαρτυρικές φυσιογνωμίες, που ανταποκρίνονται στα πάθη του ποιητή, στα πάθη του λαού μας».

«Μόλις πρωτομπεί κανείς στο σπίτι του Ρίτσου έχει την εντύπωση πως μπαίνει σ’ ένα πρωτότυπο μουσείο. Τα τραπέζια, οι καρέκλες, οι τοίχοι, ακόμη και το πάτωμα έχουν κατακλυσθεί από τα έργα που φτιάχνει με τα χέρια του ο ποιητής. Πίνακες με σινική μελάνη σε καφετιά χρώματα, που θυμίζουν βυθό ή μικροσκοπική εξέταση της ζωής, ρίζες θάμνων σε φανταστικά σχήματα, κόκκαλα ζώων ζωγραφισμένα με το χέρι και πέτρες… δεκάδες πέτρες σ’ όλα τα σχήματα και τα μεγέθη.

Οι ζωγραφισμένες πέτρες του Ρίτσου, διαλεγμένες με στοργή από τον ίδιο σε στιγμές ανάπαυλας, στην παραλία της Σάμου, κι ύστερα σφραγισμένες μ’ εκείνη την εντελώς δική του προσωπικότητα, με μορφές αρχαϊκές, πρόσωπα, που λες και απαγγέλλουν στίχους του ποιητή… ή χορικά αρχαίου δράματος, έχουνε κι αυτές ξεπεράσει τα σύνορα της Ελλάδας. Δύο απ’  αυτές έχουν τιμητική θέση στο γραφείο του Αραγκόν

«Πολλοί έρχονται και μου ζητούν να κάνω έκθεση με όλα αυτά, λέει ο Ρίτσος, και με το χέρι δείχνει τα πέτρινα και τα κοκάλινα έργα του, που έχουν πια κατακλύσει το σπίτι. Πρόσφατα ήρθε ένας εκπρόσωπος μιας γκαλερί του Παρισιού…  Ωστόσο δε θέλω, αυτά είναι πάρεργα, δεν είναι η δουλειά μου».

Πώς αλήθεια αντικρίζει τα ζωγραφικά του έργα ο Ρίτσος; Μας το λέει ο ίδιος. Πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε από τα εκδοτικά «Κέδρος» η δέκατη τρίτη έκδοση του βιβλίου του Κώστα Βάρναλη «η αληθινή απολογία του Σωκράτη» με εικονογράφηση Γιάννη Ρίτσου. Σ’ ένα σύντομο πρόλογο για την εικονογράφηση του βιβλίου ο Ρίτσος λέει για τη ζωγραφική του: «Δεν είμαι ζωγράφος, παρ’ ότι απ’ τα πρώτα παιδικά χρόνια μου ασχολούμαι με τη ζωγραφική στο διάλειμμα της συγγραφικής δουλειάς μου. Αυτό το «στα διαλείμματα» δηλώνει καθαρά τον ανεύθυνο ερασιτεχνισμό αυτής μου της ασχολίας».

Ωστόσο, οι ζωγραφισμένες πέτρες του Ρίτσου είχαν κάνει όλο το δρόμο ως το Παρίσι, για να εκτεθούν στο χώρο όπου είχε ανέβει η «Ρωμιοσύνη». Και εντυπωσίασαν!»

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από αφιέρωμα της εφημερίδας Ριζοσπάστης με ημερομηνία 26/01/1975 -το βρήκα στο αρχείο της εφημερίδας.

Μια και φέτος είναι επίσημα «Έτος Ρίτσου» αλλά η «μαμά πατρίδα» -ως συνήθως- απέχει… Αντιγράφω από το κάλεσμα της Αγγελικής Κώττη, που την ξέρουμε και σαν «Εαρινή Συμφωνία» : Δεν μπορώ να δεχτώ πως έχουμε Ετος Ρίτσου και η μητριά- πατρίδα ακόμα κοιμάαααααται. Και μάλιστα, έναν ύπνο του αδίκου. Επομένως, ας πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Και μια και εγώ είμαι πάντα οπαδός του «συν Αθηνά και χείρα κίνει», σήμερα, Πρώτη Μάη, ημέρα γενεθλίων του ποιητή, θέλω να τον θυμάμαι. Πάντα.
«Να με θυμόσαστε – είπε.
Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα.
Την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα.
Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα.
Πάμπτωχος.
Μ’ ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα.

Να με θυμάστε»
Καλημέρα 🙂
Καλό Μήνα!

[και, είναι γνωστό, αλλά να το ξαναλέμε: σήμερα δεν είν’ αργία, είν’ Απεργία, ναι;]

«Ωραία είσαι Άνοιξη, γιατί δε μας λυπάσαι…»

«Τσ’ άνοιξης το χαμόγελο με το δικό σου μοιάζει
κι όταν γελάς σα να θωρώ την εποχή ν’ αλλάζει…»

dsc01353Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη, /Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώραλέει ο ποιητής. Και είναι στ’ αλήθεια σαν ξεκίνημα έρωτα κάθε φορά που έρχεται η Άνοιξη. Της ταιριάζει τόσο, άλλωστε -ξεκίνημα δεν είναι κι αυτός;

Την αγαπάω πολύ την άνοιξη, είναι φανερό μάλλον. Είναι η δική μου εποχή. Για χίλιους λόγους.

Γιατί είναι φωτεινή και χαρούμενη. dsc01356Γιατί μυρίζει τριαντάφυλλα, γαζία, βιολέτες, πασχαλιές και φρέζιες. Γιατί έχει γεύση από φράουλες, κεράσια και βερίκοκα. Γιατί έχει τα χρώματα του ουράνιου τόξου μετά από βροχούλα, του βρεγμένου γρασιδιού το έντονο πράσινο μετά από μπόρα, του ήλιου το χρυσαφένιο όταν φωτίζει η ανατολή, της παπαρούνας το φλογισμένο κόκκινο. Γιατί κάθε καινούρια άνοιξη γεμίζει ο ουρανός χελιδόνια και η γη λαμπερές πασχαλίτσες. Γιατί είναι υπέροχο να αγγίζεις το βρεγμένο χώμα, τα βελούδινα φύλλα των λουλουδιών, να σε ζεσταίνει σα να σε χαϊδεύει ο ήλιος και να ονειρεύεσαι τη θάλασσα. Γιατί… είναι Άνοιξη.

maypoleΑκόμα κι αν σε ζορίζει ώρες ώρες. Ακόμα κι αν δεν την αντέχεις εύκολα, ακόμα κι αν είναι ώρα για σκέψεις. Ακόμα κι αν χρειάζεται να κάνεις ξεκαθαρίσματα (από πέρσι τα παλεύω, ακόμα δεν γέμισα τα κουτάκια μου…). Ακόμα κι αν, έτσι ξαφνικά -ή λιγότερο ξαφνικά (αφού καιρό φαινότανε), αποφασίζεις να περπατήσεις μπροστά, να πας παραπέρα. Ακόμα κι αν υπάρχει ο κίνδυνος, καθώς η άνοιξη μπαίνει -μέρα μεσημέρι και φωτίζει τα πάντα, να σε κάνει να δεις κατάματα τις αλήθειες σου. Ακόμα κι αν σε προλάβει να είσαι λυπημένη, μόνη και μπερδεμένη. Ακόμα κι έτσι είναι υπέροχη, μαγική. Και κάνει ακριβώς ότι χρειάζεσαι, τελικά. Γιατί πώς να πας παρακάτω αν δεν κοιτάξεις και δεν ξεκαθαρίσεις και δεν αποφασίσεις τα «πίσω» σου; Κι αν δεν αφήσεις χώρο για το φως, πώς θα ‘ναι σα να μπαίνει Άνοιξη;

Πάντα νομίζω πως το μόνο που ήθελα ήταν η Άνοιξη. Κι ενώ ήταν μπροστά μου δεν την έβλεπα. Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω πώς, αλλά μου τη χρωστούσε -η ζωή. Και άρχισε να έρχεται, δειλά ήρθε η πρώτη Άνοιξη, με πιο μεγάλα βήματα οι επόμενες. Και μου φαίνεται ότι θα την κρατήσω για πολύ -δε λέω για πάντα, μπορεί να περάσω και στο καλοκαίρι κάποτε… Αλλά για την ώρα,
Κόκκινο τριαντάφυλλο
Είσαι μες στην καρδιά μου
Την νύχτα γίνεσαι πληγή
Που τρώει τα σωθικά μου

Έρχεσαι πάντα πιο νωρίς
Κανείς δε σε γνωρίζει
άλλον τον κάνεις ν’ αγαπά
Κι άλλον να μη γυρίζει

Και δε σου φτάνουν όλ’ αυτά
Φεύγεις και δε θυμάσαι
Ωραία είσαι άνοιξη
Γιατί δεν μας λυπάσαι…


Να έχουμε όλοι μια υπέροχη, χαρούμενη και χαμογελαστή Άνοιξη.  Και πολλές πολλές ακόμα.  Και γεμάτες χαρούμενα, κατακόκκινα «ζούδια» -Χρόνια Καλά Δημητρούλι μου!

Καλημέρα!  🙂

**ναι, η επικεφαλίδα στο blog άλλαξε πάλι -μέχρι να γίνω γιαγιά θα την αλλάζω, κι ας με πειράζεις! :p

**εσένα σ’ ευχαριστώ που αλλάζεις πάντα το λινκ!  🙂

**τα λουλούδια είναι του κήπου μου, και τα τραγούδια -βεβαίως- αφιερωμένα… στην Άνοιξη ντε, τι ρωτάτε;

**και ναι, είναι πια σίγουρο: οι άνθρωποι που είναι γεννημένοι Άνοιξη είναι οι καλύτεροι, και δε σηκώνω κουβέντα! 😆

υγ. Τα κερ-άσματα της Άνοιξης, που είναι «κρυμμένα» στο κείμενο:

Τσ’ άνοιξης το χαμόγελο, Βασίλης Σκουλάς (Γιώργης Σταυρακάκης, Άνθη του Χρόνου 2007)

Ανοιξιάτικη Βροχούλα, Βαγγέλης Γερμανός (Τα μπαράκια 1981)

Ανοιξιάτικη μπόρα, Ορφέας Περίδης (Μιλτιάδης Μαλακάσης/Ορφέας Περίδης, Απ’ το παράθυρο κοιτώ 2004)

Με την καινούρια Άνοιξη, Βασίλης Σκουλάς(Γιώργος Σταυρακάκης/Βασίλης Σκουλάς, Σεριάνισμα στην Κρήτη 1980)

Δεν την αντέχεις εύκολα την Άνοιξη, Χάρις Αλεξίου (Ηλίας Κατσούλης/Νίκος Τάτσης, Εμφύλιος Έρωτας 1984)

Η άνοιξη, Άλκηστις Πρωτοψάλτη (Λίνα Νικολακοπούλου/Σταμάτης Κραουνάκης, Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ 1985)

Άνοιξη μπαίνει μεσημέρι, Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Οδυσσέας Ιωάννου/Θάνος Μικρούτσικος, Θάλασσα στη σκάλα 1999)

Αν με προλάβει η Άνοιξη, Χάρις Αλεξίου (Κώστας Χατζής, Η Αλεξίου τραγουδάει Χατζή 1991)

Άνοιξη, Σοφία Βόσσου (Ανδρέας Μικρούτσικος, Άνοιξη 1991)

Η πρώτη άνοιξη, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, (Μίνωας Μάτσας, Ο μάγος της πόλης 1997)

Ωραία είσαι Άνοιξη, Γλυκερία-Δημήτρης Ζερβουδάκης (Θοδωρής Κοτωνιάς, Άνοιξη 2004)