Δέκα (χμμ..) πράγματα (χμμ..) που αγαπάω…

Η αλήθεια είναι ότι σχεδόν τέσσερα χρόνια πια στα blog, έχω παίξει πολλά «παιχνίδια» -ειδικά τα πρώτα χρόνια, που ήταν τα πράγματα πιο «αθώα», κάθε τρεις και λίγο κάποιος σκάρωνε ένα παιχνιδάκι που κυλούσε «αλυσίδα» και στους επόμενους.Με τον καιρό, κι εγώ κουράστηκα και τα παιχνίδια στην παρέα μου λιγόστεψαν. Όμως η blogoπαρέα αλλάζει με τον καιρό -κάποιοι σταματούν, κάποιοι έρχονται, κι έτσι καινούρια παιχνίδια ξεκινάνε.

Είναι επίσης αλήθεια ότι σχεδόν σε κανένα παιχνίδι δεν τήρησα τους κανόνες -ίσως μόνο στο Ιδιογράφως, που ξεκίνησε ο AfMarx -αλλά αυτό δεν το είδα σαν παιχνίδι, το αγαπήσαμε άλλωστε τόσο, που είναι πια κομματάκι μας -και το αποτέλεσμά του, ήταν εκπληκτικό.

Και τώρα, που με κάλεσαν να παίξω η Θαλασσένια, η Αγράμπελη και η Κουμπάρα, σκεφτόμουν τι να πω πια… Και θυμήθηκα ότι είχα ξαναπαίξει, ένα παρόμοιο παιχνίδι -αλλά δε μου πάει να τις κακοκαρδίσω. Έτσι, repost από παλιά -απλά, θα το προσαρμόσω. Άλλωστε, και πάλι τα ίδια θα ‘λεγα… Και τέλος οι πρόλογοι, παίζουμε τώρα! Το παιχνίδι λέγεται «Δέκα πράγματα που αγαπώ» ή κάπως έτσι.

Έχω πολλά πράγματα– που τα χρησιμοποιώ κάθε μέρα, που τα χρειάζομαι ή όχι, που τα μαζεύω γιατί μου αρέσουν… όταν όμως θέλησα να ξεχωρίσω τα αγαπημένα μου, δυσκολεύτηκα πολύ… Σκέφτηκα τους δίσκους, τα cd ή τα βιβλία μου – ή τα καθημερινά πράγματα που χρησιμοποιώ: γυαλιά, κλειδιά, μαντίλια, τσάντες… Αλλά κατάλαβα πως δεν έχω αγαπημένα αντικείμενα – τίποτε από αυτά που αγαπώ δεν είναι «πράγμα». Και κανένα από τα αντικείμενα που έχω δεν θα μου λείψει, αν το χάσω. Θα μου λείψουν όμως, άλλα – κλείνω τα μάτια και σκέφτομαι:

αγαπημένους ήχους : το πρώτο κλάμα του γιου μου, το πρώτο γέλιο του, το πρώτο «μαμά»… τις φωνές (αχ αυτές οι φωνές!) και τα λόγια αγαπημένων φίλων. Τον ήχο της βροχής στα κεραμίδια, στο χωριό. Τον ήχο της φωτιάς στο τζάκι. Τον ήχο της θάλασσας, που αλλάζει κάθε τόσο. Το τριζόνι, που μας κάνει παρέα τα καλοκαίρια, και το τραγούδι του κοτσυφιού την άνοιξη…

αγαπημένες μυρωδιές: το χώμα βρεγμένο, όταν ποτίζω τα λουλούδια. Τη μυρωδιά του γιου μου όταν βγαίνει –ζεστός– από το μπάνιο. Τη μυρωδιά της κανέλας στο φαγητό. Τη «μυρωδιά» των Χριστουγέννων. Το αγιόκλημα και τα γιασεμιά, στα θερινά σινεμά. Τα ανθισμένα τριαντάφυλλα την άνοιξη. Τη μυρωδιά των καινούριων βιβλίων, και των φρεσκοξυσμένων μολυβιών. Τη μυρωδιά των αγαπημένων μου ανθρώπων που δεν είναι πια εδώ….

αγαπημένες γεύσεις: την αλμύρα της θάλασσας. Το παγωτό φιστίκι. Τη μαρμελάδα μόσφυλο που έφαγα πριν χρόνια στην Κύπρο. Τη μαύρη σοκολάτα. Τα μακαρόνια, μόλις βγουν από την κατσαρόλα, με φρέσκο χωριάτικο βούτυρο. Τα σταφύλια, μόλις κομμένα από την κληματαριά. Το ψητό καλαμπόκι του καλοκαιριού, και τα κάστανα του χειμώνα. Τα σαλιγκάρια, «μπουμπουριστά». Το γλυκό κόκκινο κρασί….

αγαπημένες εικόνες: η πρώτη μου τάξη στο σχολείο, κι η πρώτη δασκάλα. Το γαλαζοπράσινο της θάλασσας στην αγαπημένη μου παραλία. Το ουράνιο τόξο μετά τη βροχή, κι η λάμψh του φεγγαριού όταν γεμίζει. Το χαμόγελο του γιου μου μετά από «αταξία» για να με καλοπιάσει. Το πρώτο ηλιοβασίλεμα που είδαμε μαζί, και την πρώτη φορά που τον ξύπνησα να δει τον ήλιο να ανατέλλει. Το βλέμμα των ανθρώπων που αγαπάω από παιδί, πεντακάθαρο και λαμπερό. Το πράσινο του δάσους, το κόκκινο της πασχαλίτσας, το πορτοκαλί του βερίκοκου…

αγαπημένα αγγίγματα: Το πρώτο απαλό μάλλινο πουλόβερ που μου χάρισαν, και το πρώτο μεταξωτό πουκάμισο. Τα φύλλα, που τρίβονται ξερά ανάμεσα στα δάχτυλα το φθινόπωρο. Το χάδι του αγαπημένου μου παππού, στο μάγουλο. Το ζεστό χεράκι που μπήκε πρώτη φορά μέσα στο δικό μου, για να περπατήσει. Το παγωμένο μάρμαρο, το ζεστό ξύλο. Η «αντίσταση» των πλήκτρων του υπολογιστή στα δάχτυλα, που γίνεται «λέξεις» κι επικοινωνία. Το άγγιγμα στο μπράτσο και στα μαλλιά του ανθρώπου που αγαπάω…

Αυτά – ήχους, μυρωδιές, εικόνες, γεύσεις, αγγίγματα – τα κουβαλάω μαζί μου, χρόνια τώρα. Και είναι για μένα πολύτιμα. Θα με πονέσει πολύ αν τα χάσω – αν κάποτε δεν μπορώ να τα ανακαλέσω από τη μνήμη μου. Κι αυτός είναι κι ο μοναδικός μου φόβος, άλλωστε –μην ξεχάσω. Αυτά είναι τα αγαπημένα μου, και δεν φωτογραφίζονται, ούτε περιγράφονται, ούτε μπορούν να «κρατηθούν» -παρά μόνο στη μνήμη και στην καρδιά. Κι είναι κι άλλα, και κάθε τόσο μπαίνει κι ακόμα ένα στη «λίστα». Κι εύχομαι να πλουτίζει η συλλογή μου, όσο περνούν τα χρόνια.

Και βέβαια, δεν καλώ κανένα να συνεχίσει -ας το κάνει όποιος θέλει 🙂

Καλημέρα

καλό Σαββατοκύριακο! 🙂

Advertisements

Στου Παύλου…

… που ζήτησε να του γράψω αυτή τη βδομάδα -και τον ευχαριστώ, πολύ!

Τα σχόλιά σας, εκεί.

Η φωτογραφία από εδώ

Καλημέρα 🙂

υγ. Όχι, σχόλια για τα αποτελέσματα των εκλογών και την καινούρια κυβέρνηση ΔΕΝ έχει!  :p

…δώσε και μένα (κουλτούρα) μπάρμπα!*

prova2-1Όταν μου τηλεφώνησε η Ρούλα, να μου πει ότι τελικά θα έρθει στην Αθήνα ανάμεσα 21 και 30 Μάρτη, χάρηκα. Σκέφτηκα ότι θα «έπεφτε» στην αργία -άρα λίγο παραπάνω χρόνο, και στα γενέθλια του Τρομερού, και στις μέρες ποίησης… Θα φτιάχναμε ένα πρόγραμμα «πολιτιστικής» εβδομάδας, και με την ευκαιρία θα έβλεπα κι εγώ πράγματα που ήθελα καιρό και δεν πρόφταινα. Το Σάββατο το απόγευμα, λοιπόν, μέσα σε βροχή-καταρράκτη, την παρέλαβα από το λεωφορείο, και πήγαμε αμέσως στο Μουσείο Μπενάκη, στην παράσταση που έστησαν με έργα του Γιάννη Ρίτσου τα παιδιά από το 10° Λύκειο Πειραιά και το 6° Λύκειο Καλλιθέας, με την βοήθεια και την ενθάρρυνση των καθηγητών τους και της Αγγελικής. Είχε ήδη αρχίσει, κι έτσι σταθήκαμε στην πόρτα της αίθουσας -ήταν εντελώς γεμάτο το θέατρο, από ανθρώπους που συγκινημένοι παρακολουθούσαν. Είδαμε κάποιους να βγαίνουν με μάτια γεμάτα δάκρυα και ψυχές καθαρές. Είδαμε το φύλακα του μουσείου να τραγουδάει μαζί μας «Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα…«, δυνατά και χαρούμενα.

Είδαμε το Μανόλη Γλέζο να φεύγει, στο τέλος της παράστασης φανερά συγκινημένος. Είδαμε όμορφες φάτσες παιδιών, που μπορείτε να διαβάσετε τις περιγραφές τους εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ, κι ακόμα εδώ κι εδώ-και να δείτε φωτογραφίες και βίντεο. Ήταν στ’ αλήθεια υπέροχο, απ’ αυτές τις παραστάσεις που δε θες να χάνεις.  Είμαι σίγουρη πως όσα παιδιά πήραν μέρος δεν θα το ξεχάσουν ποτέ. Και τους αξίζει ένα πολύ μεγάλο μπράβο, ξανά και ξανά. Αφού τέλειωσε, κι αφού φάγαμε κάτι πρόχειρο στη «σκιά» του Γέρου του Μοριά, είπαμε με το Ρουλιώ να κάτσουμε κάπου να πούμε τα νέα μας.dsc01020 Ήρθε στο τρένο και η γνωστή-άγνωστη ποδηλάτησα Coco – σιγά που θα έλειπε από τα Εξάρχεια! Καλά περάσαμε, γελάσαμε -και στο τέλος γυρνούσαμε τα τετράγωνα να βρούμε το αυτοκίνητο. Το καλύτερο φυσικά ήταν στην επιστροφή: κάναμε 1 ώρα να αλλάξουμε σελίδα στο χάρτη… (πρέπει να πάρω navigator, άμεσα! :p)

Την Κυριακή ήταν στο πρόγραμμα «βραδιά ποίησης» στον Ιανό, στη Σταδίου. Έφτασα πρώτη στις 5:30 μμ και βρήκα γύρω στα 50 άτομα έξω από την κλειστή πόρτα του βιβλιο-καφέ. Έπιασα θέση στην ουρά -σοφά, όπως αποδείχθηκε- και περίμενα. Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται: η Coco με τη Foufou, η Ρίτσα μας, το Ρουλιώ, το Αλεφάκι μας με την υπέροχη Νεφέλη και το τρομερό τσαντάκι-φράουλα, ο Γιάννης Θηβαίος και φυσικά πολύς κόσμος -γνωστός και άγνωστος. Μπήκαμε, πιάσαμε τραπέζι (με το γνωστό «νατασσάκιο θράσος», ευτυχώς) και ήρθαν και οι υπόλοιποι: η Meniek με τον Μ. (που του χρωστάμε, αφού το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς ήταν στριμωγμένος ανάμεσά μας χωρίς να πει κουβέντα -ήρωας!), η Θαλασσινούλα με τo Κατερινάκι, και διάφοροι «αναγνωρίσιμοι» : Ο Παρασκευάς Καρασούλος, που διάβασε ένα υπέροχο ποίημα του Γαστόν Μπακέρο –του οποίου το βιβλίο θα πάω πάραυτα να αγοράσω-, ο Άρης Δαβαράκης με Καβάφη, η Ελένη-alef μας με Μπόρχες, ο εξαιρετικός Κωνσταντίνος Τζούμας, ο Ευγένιος Τριβιζάς με ένα όμορφο παιδικό ποίημα του A. A. Milne για ένα muscardin που κοιμάται σε ένα παρτέρι με λουλούδια… Είδαμε και το φίλο μας τον Έκτορα, λυπάμαι που δεν κατάφερα να ακούσω την κυρία Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ -μα την άφησαν στο τέλος, ήταν ήδη περασμένες 12! Ακούσαμε όμως μελοποιημένα ποιήματα -Καββαδία φυσικά, μα και Καβάφη, Γκάτσο και του αγαπημένου μου καθηγητή Αργύρη Βεργόπουλου.

Δευτέρα -αργία, να πάρουμε ανάσα. Την Τρίτη ψώνια –και σε παιχνιδάδικο, και με τον ΑστερΆκη– και καφέ (η Ρούλα και ο ΑστερΆκης έκαναν τις απίστευτες γκριμάτσες μεταξύ τους!). Και την Τετάρτη το πρωί, αφού δεν πήγαμε στην παρέλαση αλλά αποχαιρετήσαμε στο σταθμό το φίλο μας με τα κορίτσια του –και τα τρία είναι υπέροχα, τυχερέ!– είχαμε να πάμε στα γενέθλια του Τρομερού Υιού της mammadsc01182Ξεκινήσαμε από το σπίτι με βροχή, και στην πορεία εμφανίστηκε το πιο όμορφο ουράνιο τόξο που έχω δει ποτέ μου.  Ο Παύλος έσβησε 4 κεράκια πάνω στη σοκολατένια τούρτα του, ήπιε σαμπάνια, έπαιξε μαζί με το Σοζωρή και τους υπόλοιπους φίλους του –χωρίς να ακουστεί κιχ– και όλοι ζωγράφισαν (κι εμείς, σαν παιδιά) κούπες, που η φίλη της mamma θα υαλώσει και θα μας επιστρέψει. Ήταν ένα σπουδαίο πάρτυ, περάσαμε τόσο καλά που δεν μας πείραζε την άλλη μέρα η μυρωδιά της σκορδαλιάς με καρύδια… (κι από δω ευχαριστώ, μαμά της mamma -και του χρόνου! 😉  )

Την Πέμπτη το βράδυ είχαμε συμφωνήσει με τη Ρούλα να πάμε θέατρο -σ’ ένα έργο που θέλαμε κι οι δυο πολύ να δούμε: «Το θαύμα της Άννυ Σάλιβαν«.  Απ’ όσα είχαμε ακούσει και διαβάσει, περιμέναμε να είναι μια -τουλάχιστον- ενδιαφέρουσα παράσταση, ήταν όμως πολύ περισσότερα. Είχα χρόνια να κλάψω τόσο στο θέατρο, ίσως γιατί η ιστορία είναι αληθινή, ίσως γιατί ό,τι έχει να κάνει με παιδιά με «ακουμπάει» πιο πολύ… Σίγουρα γιατί οι ερμηνείες ήταν εξαιρετικές, ειδικά από τις δυο πρωταγωνίστριες (μια τόση δα ένσταση έχω μόνο, για τα παιδάκια που παίζουν :καθημερινή βράδυ, με τι κουράγιο πάνε μετά στο σχολείο… Αλλά για το συγκεκριμένο έργο, θεωρώ ότι άξιζε τον κόπο. Σίγουρα τα κοριτσάκια έμαθαν πολλά). Με λίγα, πολύ λίγα λόγια, μιλά για την ιστορία της Έλεν, που στους πρώτους μήνες της ζωής της έμεινε κουφή και τυφλή -και μέχρι τα 5-6 χρόνια της μεταμορφώθηκε σε ένα αγρίμι που επικοινωνούσε με κλωτσιές και κραυγές με τους δικούς της. Κι εκείνοι, από αγάπη, την άφηναν να κάνει ότι θέλει, αντιμετωπίζοντάς την «σαν αβγό»  που από στιγμή σε στιγμή θα σπάσει. Εκεί έρχεται η Αννυ, η Δασκάλα -για να μάθει και στην Έλεν και στην οικογένειά της ότι «η αγάπη είναι το πρώτο σκαλί, αλλά μόνη της δεν φτάνει. Γιατί γίνεται οίκτος και συμπόνια, και δεν βοηθάει…» . Φύγαμε με δάκρυα στα μάτια, και το συζητούσαμε για πολλή ώρα μετά. Και ακόμα. Και νομίζω πως κάτι μας άφησε, τροφή για σκέψεις.

Την Παρασκευή ήταν να πάμε να δούμε θεατρική παράσταση στο Μορφωτικό Κέντρο της Πρεσβείας της Αιγύπτου στην Αθήνα, με την abthha – όμως εγώ δεν τα κατάφερα, ας όψεται η προπόνηση του Άκη που κράτησε περισσότερο από όσο περίμενα. Έμαθα ότι όσοι πήγαν πέρασαν πολύ καλά, όμως -και ελπίζω να τα καταφέρω την επόμενη φορά. Αλλά οι Παρασκευές μας είναι δύσκολες μέρες…

Το Σάββατο όμως, δεν είχα κανένα πρόβλημα. Και με τη Ρούλα σκεφτήκαμε ότι μας χρειαζόταν γέλιο. Είδαμε το «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης«, και πραγματικά γελάσαμε πολύ. Δεν είναι από τα έργα που σε κάνουν να σκεφτείς, δεν σου «αφήνει» πολλά πράγματα -αλλά στ’ αλήθεια δεν χρειάζεται πάντα αυτό. Είχε πολύ καλές ατάκες, αναγνωρίσιμους χαρακτήρες, και η Σοφία Φιλιππίδου είναι από τις ηθοποιούς που συμπαθώ -άσε που ταυτίστηκα με τον –Εσθονό, όχι Ρώσο- μπάτλερ που  είναι παντού και ξέρει σχεδόν τα πάντα -εξαιρετική η ερμηνεία του Δαδακαρίδη, νομίζω ξεχωρίζει. Διασκεδάσαμε, πραγματικά. Και μετά κάτσαμε στου Zonar’sdsc012531για ένα καφέ και γλυκό -και πολύ πολύ κουβέντα. Πετύχαμε και την «ώρα της γης» -έσβησαν μερικά από τα εσωτερικά φώτα στο καφέ, κανένα από τα φώτα του δρόμου… Και είπαμε να τελειώσουμε τημέρα μας με τσίπουρα και μεζέδες -σε ένα μικρό ταβερνάκι στον Κεραμεικό, εξαιρετικό, το σημείωσα να ξαναπάμε!

dsc01269Εκείνο όμως που σημειώσαμε όλοι μας, να ΜΗΝ ξαναπάμε, είναι το «Περιβόλι τ’ Ουρανού«. Ευτυχώς που ήμασταν ωραία παρέα, και περάσαμε καλά και καταφέραμε να διασκεδάσουμε, όπως θα δείτε στον Island, στην Coco, στη mamma, στο Ρουλιώ και -κυρίως- στη Meniek. Και δεν έχουμε παράπονα από το πρόγραμμα -ήταν καλό, και κάναμε κέφι και χορέψαμε και τραγουδήσαμε. Αλλά είναι άδικο να σβήνουν τις καλές εντυπώσεις της μουσικής ψυχαγωγίας με ακριβοπληρωμένο και μέτριο -έως κακό- φαγητό, και τίποτε άλλο εξαιρετικό που να δικαιολογεί τις τιμές τους.

Όσο για μας, περάσαμε όμορφα είπαμε -Ρουλιώ, ελπίζω κι εσύ. Κι ευχαριστούμε.

υγ1 . Το ξέρω ότι πέρασαν πολλές μέρες για να ανεβάσω το κείμενο, μα ήμουν «πνιγμένη» -είναι μερικές μέρες που δεν μπορείς να πάρεις ανάσα, άσε που είναι πια και έξω Άνοιξη…  😉

υγ2. Είμαι καλά, σας βεβαιώνω -ίσως καλύτερα από πολλές άλλες περιόδους στη ζωή μου. Αλλά δεν έχω χρόνο πολύ, γι’ αυτό χάθηκα από κείμενα και σχόλια -κι ας με κάρφωσε η Coco ότι «τρυγυρνάω» στα φεισμπούκια. Εκεί όμως είναι πιο απλά τα πράγματα, δεν θέλει χρόνο πολύ -κάνεις μερικές χαζομάρες, βλέπεις από τα σχόλια ότι οι φίλοι είναι καλά, και δεν χρειάζεται ούτε καν να σκεφτείς -«κάψιμο», σας λέω! :p

* υγ3. Ο τίτλος είναι κλεμμένος από -ως συνήθως- τον AfMarx. Είναι η φράση που αναφώνησε όταν του περιέγραψα πού πήγαμε και πώς περάσαμε με το Ρουλιώ, τς! (ζηλιάρη!!! :p)

Το τραγούδι, τώρα: Δεν έχει σχέση με τα παραπάνω, αλλά το ήθελα εδώ. Είναι του Σταμάτη Μεσημέρη, που έφυγε νωρίς -κι αυτός… Και είναι πολύ πικρό να πρέπει να αποχαιρετάς ανθρώπους που γνώρισες κι αγάπησες -και μέσα από τη δουλειά τους σου άφησαν σημάδια. Το τραγούδι είναι από το δίσκο «Καύτρα«, που κυκλοφόρησε το 2008 με το συγκρότημα Αλχιμηστές. Και είναι ένα από αυτά που αγάπησα με το πρώτο άκουσμα -και πώς αλλιώς, αφού…

Όταν φυσάει αγάπη δε φτουράνε κατά λάθος λάθη
για μοίραζε το τόπι μη παραφερθώ·
όταν φυσάει αγάπη βάλε τον εγωισμό στην άκρη
τραβήξου απ’ τη σκανδάλη σε περιφρονώ…

κι όταν φυσάει Αγάπη, δε μπορεί -οι άνθρωποι δεν χάνονται…

Καλημέρα 🙂

Καφεδάκι;

Σκηνή πρώτη, παραλλαγή 1η, πρόσωπα 2:

Καλημέρα! Τι ώρα μπορείς να βρεθούμε, τελικά;
– Από τις 10, κατάφερα να ξεμπερδέψω νωρίτερα!
Ωραία, πού;
– Στο κέντρο. Σε ένα από τα καφέ που είναι στα βιβλιοπωλεία, τι λες;
Τέλεια. Ξεμπερδεύω κι εγώ, κι έρχομαι.

Μέσα στο μετρό προς το κέντρο, λαμβάνω sms: «Έφτασα κιόλας, αλλά μην αγχώνεσαι -διαβάζω. Σε περιμένω, σμουτςςς!» . Βιαστική απάντηση, πριν χαθεί το σήμα : «Μου παραγγέλνεις ένα καπουτσίνο, σε 5′ είμαι εκεί».

Λιακάδα ανοιξιάτικη στην καρδιά του χειμώνα. Καπουτσίνο σερβιρισμένο σε όμορφο φλυτζάνι, με σχέδιο στην κρέμα, και κανέλα -πάντα.  Κι επειδή η κουβέντα τραβάει ώρα (ώρες…) ΚΑΙ γλυκό: Ζεστή τάρτα σοκολάτας με παγωτό.

Κλικ!

Σκηνή πρώτη, παραλλαγή 2η, πρόσωπα 3+:

Γνωστό βιβλιοπωλείο στο κέντρο, με καφέ στον όροφο.
Τέλειωσε η παρουσίαση του βιβλίου, που είσαστε;
– Πάνω, στο καφέ, τώρα ήρθαμε..!
Ανεβαίνουμε.

Εσπρέσο –λίγος ο χρόνος. Αναψυκτικό για το μικρό, συστάσεις. Χαλαρή κουβέντα για τις δουλειές, αστεία περιστατικά, χαμόγελα και γέλια…

Κλικ!

Σκηνή πρώτη, παραλλαγή 3η, πρόσωπα 4+:
Πάλι θα ανέβει η στοίβα με τα αδιάβαστα! Πότε θα σταματήσω να αγοράζω βιβλία;
– Πάμε να πιούμε ένα καφέ, να γνωρίσετε και την Ελένη…

Τρίτο γνωστό βιβλιοπωλείο – πολυχώρος, στο κέντρο. Στο ισόγειο πολύς κόσμος, πίνει καφέ ή τρώει κάτι πρόχειρο. Στη σοφίτα του, όμως, μικρή αλλά εκλεκτή παρέα. Μυρωδιά καφέ φίλτρου να γεμίζει το δωμάτιο, βουτήματα και κουλουράκια παντού στο μεγάλο τραπέζι. Υπέροχες παλιές εικόνες στους τοίχους. Κουβέντα-κουβέντες, για όλα: τα βιβλία, την πολιτική, την παιδεία, τον έρωτα… Καινούριες γνωριμίες, που θα «δέσουν» πάνω από ένα (ή και περισσότερα) φλυτζάνια καφέ.

Κλικ!

Σκηνή δεύτερη, πρόσωπα 2:

Τηλέφωνο. Ο χαρακτηριστικός ήχος-τραγούδι, σημάδι ότι είναι αγαπημένος φίλος.

Καλώς τον, πού βρίσκεσαι;
-Στην είσοδο του κτηρίου, μόλις βγήκα -εσύ;
Λίγο πιο πάνω έχω παρκάρει, δεν είχε χώρο να σταματήσω! Έρχομαι, σε πέντε λεπτά θα είμαι εκεί.

Γνωστό καφε-ζαχαροπλαστείο, άρτι αφιχθέν από το βορρά, στο κέντρο της πόλης. Καφές ελληνικός, στη χόβολη -πάντα σκέτος, να νιώθεις τη γεύση του στη γλώσσα. Στο δίσκο το μπακιρένιο μπρίκι, το λουκούμι στο πιατάκι του καφέ, μια κουταλιά γλυκό «του κουταλιού» πιο κει. Κουβέντα γλυκιά, που είναι συνέχεια από προηγούμενες κι αρχή από επόμενες. Συνοδεία: η μουρμούρα της γεμάτης αίθουσας, σκόρπιες λέξεις από τα διπλανά τραπέζια, ένας ρυθμικός ήχος από κάποιο κομπολόι. (όχι, γλυκό ΔΕΝ φάγαμε -δίαιτα, γμτ!)

Κλικ!

Πικρός Καφές, Δημήτρης Μητροπάνος (Λ. Τεάζης/Στ. Κουγιουμτζής, Τα νυχτέρια μας 1985)

Σκηνή τρίτη, πρόσωπα 3:

– Έρχομαι Αθήνα για λίγο, περαστική, θα σας δω;
Να κανονίσουμε καφέ..

Ραντεβού στο Σύνταγμα, με τα πόδια προς τα κάτω. Πλάκα, «γνωστό» καφέ, από την πόρτα σε παίρνει η μυρωδιά… Βαθειές ανάσες, άραγμα στις καρέκλες και τον καναπέ, διπλά εσπρέσο/καπουτσίνο, νες καφέ (σε καλύτερο φλυτζάνι!).  Κουβέντα, νέα και παλιά, χαλαρά, ώρα (ώρες)

Κλικ!

Τρεις καφέδες, Σωκράτης Μάλαμας (Θοδωρής Γκόνης/Νίκος Ξυδάκης, 1999)

Σκηνή τέταρτη, πρόσωπα 2+2 :

– Θα έρθουμε με το μετρό, ο μικρός λατρεύει τις βόλτες.
Ωραία, θα σας περιμένουμε απ’ έξω, στο τέρμα.

Φίλη, με το τρομερό πιτσιρίκι, αδυναμία του Άκη. Πού μπορούν να πιουν καφέ δυο μαμάδες με δυο μικρά παιδάκια; Σε παιδότοπο.

Από τους «τσεκαρισμένους» μου, καθαρός, χωρίς καπνιστές, με ευγενικές κοπέλες, ασφαλής. Τα πιτσιρίκια τρέχοντας στο παιχνίδι -εμείς στο τραπέζι.

Τι θα πιεις;
– Καφέ, έχω πολύ καιρό να πιω καφέ! Και θέλω να το κάνω σήμερα.

Κουβέντες ήρεμες, απλές. Για τις ζωές μας, για τα παιδιά μας, για κοινά ενδιαφέροντα. Μουσική παιδική, αλλά χωρίς να ενοχλεί.  Χαρούμενες φωνές παιδιών που το καταδιασκεδάζουν. Τα δικά μας έρχονται που και που κοντά μας: για νερό, για αγκαλιά, για να ξεκουραστούν παίζοντας ήρεμα με τα αυτοκινητάκια… και γυρίζουν στο παιχνίδι τους αγκαλιασμένα. Εικόνες που θα δούμε ξανά και ξανά, κι όχι μόνο σε παιδότοπους.

Κλικ!

Σκηνή πέμπτη, πρόσωπα 2+:

Καλοκαίρι, Αύγουστος. Διακοπές.  Ώρα.. περίπου 11, πρωί.

– Θα φτιάξεις καφέ;
Πάμε καλύτερα στο θείο να πιούμε, να δούμε και κόσμο…

Παραδοσιακό καφενείο στο χωριό, στην Κρήτη. Κλασσικά: Ελληνικός σκέτος, φραπέ γλυκός με γάλα. Από τον καφετζή θείο που θυμάται τι καφέ πίνεις, ακόμα κι αν έχεις χρόνια να έρθεις..! Τριγύρω παιδιά που παίζουν, φίλοι που συζητάνε, θείοι και θείες να χαιρετάνε και να επιμένουν να κεράσουν, εφημερίδες, σχόλια –κυρίως πολιτικά και αθλητικά– και βέβαια, τάβλι. Με χτύπημα στα πούλια, αλλιώς δεν έχει αξία. Άλλωστε, το χωριό διοργανώνει τουρνουά στο άθλημα, χρόνια τώρα…

Κλικ!

Ο Καφενές, Χαΐνηδες (Δημήτρης Αποστολάκης, Ο Ξυπόλητος Πρίγκιπας 2000)

Σκηνή έκτη, πρόσωπα πολλά:

Καλοκαίρι, Αύγουστος. Διακοπές. Ώρα… απομεσήμερο.

– Φέρνω καρέκλες, ποια φτιάχνει καφέ σήμερα;
– Εγώ, μετράω κεφάλια.
Έρχομαι κι εγώ, μια στιγμή να φέρω το βιβλίο μου.

Πάγκος από ξύλο, στερεωμένος πάνω σε τσιμεντόλιθους. Απέναντι καρέκλες. Στα χέρια πλεχτά ή κεντήματα, ή τα υλικά για το βραδινό –μπορεί και το αυριανό μεσημεριανό– φαγητό, αν θέλουν καθάρισμα : Πατάτες, όσπρια, λαχανικά και χορταρικά. Από πάνω η μουρνιά δίνει τον ίσκιο και τη δροσιά που χρειάζεται. Τα τζιτζίκια φροντίζουν για τη μουσική της συντροφιάς. Μαζί με τις φωνές των πιτσιρικιών, που ξεκινάνε το απογευματινό παιχνίδι. Κάθε μέρα, λίγοι ή πολλοί, χειμώνα καλοκαίρι -ο απογευματινός καφές στη μουρνιά είναι κανόνας, πολλά χρόνια στη γειτονιά.

Κλικ!

Σκηνή έβδομη, πρόσωπα επτά (συνήθως):

morning-newsΚυριακή πρωί -περίπου, κατά τις έντεκα….

– Είμαστε στο ψιλικατζίδικο, θέλετε τίποτα;
Πες στον κύριο Χρήστο να σου δώσει τις εφημερίδες μου.
– Ετοιμάστε καφέ, ερχόμαστε.

Σύντεκνος, μετά συζύγου και τέκνων. Φίλοι χρόνια (μια ζωή, πια..) και γείτονες τώρα, τις Κυριακές τα πρωινά είναι παράδοση να πίνουμε μαζί καφέ.

Θα καπνίσετε; Στη βεράντα!
– Μα, κάνει κρύο, σχεδόν χιονίζει!
Άντε, πάρτε τα σκαμπό και βάλτε το σταχτοδοχείο στον απορροφητήρα. Αλλά θα φύγετε γρήγορα, θέλω να τελειώσω το μαγείρεμα.

Καφέδες νες, φραπέ, καπουτσίνο, εσπρέσο, σοκολάτα… Κουλουράκια, χυμοί, κολατσιό για τα παιδιά. Τα νέα της βδομάδας, εφημερίδες -αθλητικές οι άντρες, πολιτικές και ένθετα οι γυναίκες- σε χαλαρό ξεφύλλισμα ανάμεσα στις γουλιές και τις κουβέντες. Μουσική από το ραδιόφωνο ή τα αγαπημένα CD. Το φαγητό γίνεται στο φούρνο. Τα παιδιά μέσα παίζουν, ζωγραφίζουν, τσιρίζουν που και που… Και -πολύ συχνά- αναμνήσεις: «Θυμάσαι τότε που πηγαίναμε για καφέ… «

Κυριακάτικα πρωινά, στο σπίτι μας.

Κλικ!

Σκηνή όγδοη, πρόσωπα 3:

Πού λες να βρεθούμε;
– Ξέρω μια τσαγιερία κοντά στο σταθμό του Θησείου, όμορφη. Νομίζω βολεύει όλους μας.
Ωραία, θα τα πούμε εκεί.

Παλιά, όμορφα κτήρια. Κρύο έξω -σε παίρνει η ζέστη μόλις ανοίγεις την πόρτα. «Αα, μας πρόλαβες!». Περιβάλλον ζεστό, ξύλο παντού, μουσική που ηρεμεί και βοηθάει τη συζήτηση. Αλλά, αυτό που κυριαρχεί στο χώρο είναι η μυρωδιές. Τρεις διαφορετικές τσαγιέρες στο τραπέζι (κι άλλες, μετά), με αρώματα. Κανέλα, βανίλια, μπαχαρικά, λουλούδια, φρούτα -μαζί με τη χαρακτηριστική μυρωδιά του ροφήματος, που σε κάνει να νιώθεις πιο ζεστά…

– Κοίτα, στο διπλανό τραπέζι έχει γλυκό..!
Ε, να πάρουμε κι εμείς! Κάτι με φρούτα βλέπω…
– Και τσάι για το σπίτι.

Κλικ!

Τσάι γιασεμιού, Αρλέτα

Σκηνή ένατη, πρόσωπα 1+1 :

Πρωί. Δεύτερος (καμιά φορά και τρίτος) καφές. Πρώτη γουλιά, τηλέφωνο.

Καλημέρα, πώς είστε σήμερα;
– Μια χαρά, εσείς;

Αγαπημένη από καιρό συνήθεια. Τα νέα της χθεσινής μέρας, τα ζόρια της δουλειάς, τα νέα των κοινών γνωστών, τα σχόλια για την κατάσταση στον κόσμο… Αν δεν τα μοιραστείς με αγαπημένο φίλο, τότε με ποιόν; Έστω κι από το τηλέφωνο, έστω κι από μακρυά…

– Καλό κουράγιο για τη συνέχεια.
Να προσέχεις. Φιλιά πολλά.
– Κι εσύ. Καλημέρα. Φιλιά.

Κλικ!

Σκηνή δέκατη, πρόσωπα 1+1 :

Τελευταίος καφές της μέρας -στο μεγάλο φλυτζάνι, να κρατήσει. Ώρα δέκα, δέκα και κάτι.. Απέναντι, φωτεινή οθόνη -καμιά φορά πίσω της ο φούρνος, να βλέπεις και το φαγητό για αύριο.  Ο ήχος της επικοινωνίας, γνωστός:

– Καλησπέρα.
Καλώς τον 🙂
– Τι χαμπάρια;

Τι κάναμε όλη μέρα, τι είπαμε -τι δεν είπαμε, τα παιδιά που κοιμούνται, τα κείμενα που διαβάσαμε/θα διαβάσουμε, τα κείμενα που θα γράψουμε, η δουλειά που μας περιμένει αύριο… Μέσα σε δυο ώρες, να χαλαρώσουμε, να κλείσει η μέρα καλά. Και να προλάβουμε –εγώ συνήθως– να πούμε όσα θέλουμε (με είπε κανείς φλύαρη; Σε άκουσα! :p)

-Πήγε δώδεκα, το συνεχίζουμε αύριο.
– Ναι, ώρα για ύπνο (zzzz)
– Καληνύχτα
Και όνειρα γλυκά 🙂

Κλικ!

Καφές με γάλα, Μαρία Δημητριάδη (

Δέκα συν δύο από τις άπειρες σκηνές που θα μπορούσα να «φωτογραφίσω», δίπλα σε ένα φλυτζάνι. Κυρίως καφέ, σε όλες του σχεδόν τις μορφές, αλλά καμιά φορά και τσάι, και σοκολάτα. Με παρέα, με κουβέντα, με νέα, με αναμνήσεις. Καφές -δεν έχω πιο αγαπημένη συνήθεια. Και ψάχνοντας χθες για τις φωτογραφίες, έπεσα πάνω σ’ αυτό:

Οσοι πίνουν καφέ διατρέχουν μικρότερο κίνδυνο να εμφανίσουν άνοια ως μεσήλικες και τη νόσο του Αλτζχάιμερ σε μεγαλύτερη ηλικία σε σχέση με εκείνους που πίνουν σπανίως ή καθόλου καφέ.

Δεν έχω διαβάσει καλύτερο νέο τελευταία -αν καταφέρουν να το αποδείξουν, κιόλας, θα είμαι πιο ήσυχη. Έτσι κι αλλιώς, θα συνεχίσω να πίνω καφέδες, με την ίδια συχνότητα -το ήξερα ότι κάνει καλό, τελικά!

Λοιπόν, εσείς πώς πίνετε καφέ (ή τσάι, ή σοκολάτα, τέλος πάντων) ; Τι κερνάτε, όταν έχετε παρέα; Περιγράψτε, λέει το παιχνίδι. Και ζωγραφίστε, τραγουδήστε, φωτογραφίστε, ότι θέλετε, λέω εγώ 😉

Πασ(χ)παλίτσα
Marian
ΑfMarx (δεν θα γλύτωνες για πολύ)
Αστεράκι
Γατί
Φιλενάδα (ε, μπιρίμπα για καφέδες και να μην…)
Ρουλιώ
(ξ)αδερφέ (να μη δίνεις παραγγελιές, άλλη φορά! :p)

κι όποιος άλλος θέλει.

Και βέβαια, είναι αφιερωμένο σε κείνους που το ζήτησαν : τη Θαλασσινή και το Σωτήρη. Και μια και με προσκάλεσαν, και είναι κι οι 2 αγαπημένοι μου, να τους κεράσω: για το θαλασσινό μου μικρούλι, μια κούπα σοκολάτα με μπισκοτάκια -και μπόλικα πατουσοχάδια, από δίπλα 🙂 . Για το Σωτήρη μου, ζεστό καπουτσίνο –με κανέλα– σε μια κούπα ειδικά φτιαγμένη ;).  Και για τους 2 -και για όλους, σπιτική μηλόπιτα -πάει τέλεια με τον καφέ.cebcceb7cebbcebfcf80ceb9cf84ceb1

Καλημέρα 🙂

Με πέντε λέξεις και δυο φεγγάρια.

Η Αριάδνη χασμουρήθηκε. Τι βαρετή ομιλία! Είχε έρθει με το ζόρι —από υποχρέωση στον διοργανωτή— σ’ αυτό το σεμινάριο, και τώρα βαριόταν αφάνταστα. «Αποτελεσματική επικοινωνία και πωλήσεις», το θέμα. Πάντως ο ομιλητής έχει αποτύχει στην αποτελεσματική επικοινωνία, μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια της.

Κοίταξε τριγύρω. Όλοι σε παρόμοια κατάσταση. Η διπλανή της μουτζούρωνε το ακριβό σημειωματάριο που τους είχαν δώσει, και ζωγράφιζε λουλουδάκια — σε Άνοιξη είναι κι αυτή, σκέφτηκε χαμογελώντας. Από την απέναντι μεριά ο Γιώργος της έγνεψε όταν ένιωσε το βλέμμα της. Αφού την κατάλαβε ενώ έπαιζε με αφοσίωση με το κινητό του, πάλι καλά! «Μα τι έρωτας κι αυτός, με την τεχνολογία», χαμογέλασε. «Ούτε λεπτό δεν το αφήνει! Και να πεις ότι κάνουν και τίποτα… αυτή η νέα γενιά, που βαδίζει;» Χαμογέλασε ξανά. Είχε περάσει τα 40, έδειχνε γύρω στα 30 και σκεφτόταν σαν 60άρα! Παράνοια. Αλλά έτσι ήταν πάντα, μεγάλη, πριν την ώρα της. Αυτό πλήρωνε, ακόμα. Τη χαμένη εφηβεία της.

Αυτό της τόνιζαν συχνά φίλοι, γνωστοί, ο άντρας της, οι κόρες της, ακόμα και το αφεντικό της. «Παλιμπαιδίζεις τελευταία» της είπε μετά την πρόσφατη σύσκεψη. «Μα γιατί; Επειδή δεν φοράω καθημερινά Σανέλ ταγέρ και δωδεκάποντα; Αφού δεν είναι βολικά, δεν θα μπορούσα να σταθώ! Και στην εταιρεία δεν έχουμε τόσο αυστηρό dress code», του είπε, έκπληκτη που ολόκληρο διευθυντή τον απασχολούσε η εμφάνισή της. «Αλλά όχι να φοράς και τζιν με αθλητικά! Ας είναι και φίρμες, ακριβά και καλοραμμένα — δεν παύουν να είναι ρούχα νεολαίας. Και δεν ταιριάζουν πια με την εικόνα σου!»

Στέλεχος σε παράρτημα μεγάλης πολυεθνικής, με καριέρα που ζήλευαν πολλοί από τους άντρες συναδέλφους της. Παρ’ όλο που ξεκίνησε αργά, αφού παντρεύτηκε (πολύ μικρή, ενώ σπούδαζε ακόμα) και γέννησε τα δυο κορίτσια της. Και τα είχε καταφέρει με την αξία της· τόσα χρόνια, κανείς δεν είχε μπορέσει να της πει κακή κουβέντα. Κανείς δεν αμφισβήτησε τις ικανότητες και τα προσόντα της, ούτε καν οι πιο αυστηροί “εχθροί” της. Η μόνη γυναίκα σε τόσο υψηλή θέση στην εταιρεία! Ίσως γι’ αυτό και το «αντρικό, νεανικό» ντύσιμο — δεν ήθελε να ξεχωρίζει.

Το χλιαρό χειροκρότημα στην αίθουσα την προσγείωσε. «Επιτέλους», της έγνεψε ο Γιώργος. «Πάμε για φαγητό; Πεινάω σα λύκος!». Εκείνη δεν πεινούσε, μα ήθελε να του κάνει παρέα. Ο Γιώργος ήταν ο πιο παλιός της φίλος στη δουλειά. Από τις πρώτες μέρες. Δίπλα δίπλα τα γραφεία τους τότε, διπλανά και τώρα –τα μεγέθη μόνο είχαν αλλάξει.

«Δεν θα έρθει η Δέσποινα;»
«Μπα, θα έχει γυρίσει ήδη στο σπίτι, ο μικρός δεν ήταν πολύ καλά το πρωί»
«Γιατί δεν πας κι εσύ, τότε;»
«Και να σ’ αφήσω γυρίσεις σπίτι σου μόνη;»
«Σιγά, δεν θα με φάνε οι αρκούδες!»
«Εσύ, θα με άφηνες μόνο μου;»

Εδώ η Αριάδνη δεν μπορούσε να απαντήσει “Ναι”. Δεν θα τον άφηνε ποτέ μόνο του. Πάνω από τις δικές της ανάγκες κι επιθυμίες, έβαζε πάντα αυτές των ανθρώπων που αγαπούσε. Μια ζωή έτσι, τώρα στα γεράματα θ’ αλλάξει; Και τον Γιώργο τον αγαπούσε. Ήταν ο πιο δικός της άνθρωπος. «Άντε, πάμε λοιπόν», της είπε ανυπόμονα.

Βγήκαν έξω. Είχε κιόλας σκοτεινιάσει. Οι δρόμοι στο κέντρο της πόλης ήταν φωτισμένοι, μ’ αυτά τα κιτρινιάρικα φώτα στις κολώνες. «Στη γειτονιά μου έχουν βάλει λάμπες χαμηλής κατανάλωσης», παρατήρησε. «Έχετε καλό δήμαρχο», της είπε ο Γιώργος χαμογελώντας. Πάλι στην πολιτική θα μου το γυρίσει, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της. Και, για να τον προλάβει: «Με βοηθάς να ανέβω στο πεζοδρόμιο;»

«Πού θέλεις να πάμε;»
«Στο συνηθισμένο εστιατόριο»
«Εντάξει, από δω…»
Δεν πρόφτασε να κάνει ένα βήμα, ακούστηκε το κινητό του.
«Ναι, μόλις βγήκαμε… Τι; Καλά, έρχομαι αμέσως!»

«Πρέπει να φύγω», της είπε. «Ο μικρός ανέβασε ξαφνικά πυρετό, και η Δέσποινα φοβάται ότι…»
«Ξέρω», τον έκοψε. Το πρώτο τους παιδί, το είχαν χάσει πριν από 3 χρόνια — έτσι ξεκίνησε, με έναν ξαφνικό πυρετό.
«Φύγε, θα τα καταφέρω. Φύγε, τρέχα σου λέω!»
Την κοίταξε, διστάζοντας ακόμα.
«Να σε πάω ως το αυτοκίνητο, τουλάχιστον…»
«Φύγε, είναι κοντά.»
Της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο — πάντα αυτή την κίνηση έκανε, για να την χαιρετήσει.
«Να μου τηλεφωνήσεις μόλις φτάσεις σπίτι, ναι;»
«Κι εσύ, αν πιο πριν έχεις νέα του παιδιού. Μην καθυστερείς άλλο. Και…»
«Ξέρω, να προσέχω»
«Ναι. Και να μου πεις αν χρειαστεί κάτι»
«Πάω. Θα τα πούμε»
«Να μου το φιλήσεις. Και… να προσέχεις!!!»
«Δεν αντέχεις αν δεν το πεις!» γέλασε, κι έφυγε με μεγάλα βήματα.

Έμεινε να τον παρατηρεί που απομακρυνόταν. Πάντα έτρεμε για τους άλλους. Έτσι την πάτησε εκείνη — για να μην χτυπήσει την άλλη κοπέλα το αυτοκίνητο… Ουφ, τι πας και θυμάσαι τώρα! είπε δυνατά. Ένας νεαρός, που περπατούσε δίπλα, σταμάτησε και την κοίταξε. «Είπατε κάτι;» ρώτησε ευγενικά. «Όχι, συγγνώμη. Στον εαυτό μου μιλούσα», του απάντησε με χαμόγελο.

Άρχισε να περπατάει αργά στο πεζοδρόμιο. Χάζεψε, καθώς περνούσε, τις βιτρίνες στα κλειστά —από ώρα— μαγαζιά. Ξαφνικά, μια πόρτα άνοιξε. Μια κυρία, με ένα αγοράκι στο ένα χέρι και σακούλες στο άλλο, βγήκε από ένα μαγαζί φωτισμένο. Μαζί τους, βγήκε και το τραγούδι από το ραδιόφωνο:

…κι άσε τις απειλές πως δήθεν θα υποφέρω
και να σκεφτείς ότι σαν σήμερα σε γνώρισα…

613476339l

Πόσα χρόνια είχε να το ακούσει αυτό το τραγούδι! Από τότε… Τα μάτια της έλαμψαν, καθώς θυμήθηκε τη σκηνή: Ένα ζευγάρι, όμορφο, ερωτευμένο, να χορεύει αγκαλιά στην πίστα. Κι από πάνω τους ένα φεγγάρι κίτρινο ν’ αστράφτει, καθώς ρίχνει τη λάμψη του στη θάλασσα… Το βλέμμα της σηκώθηκε ψηλά, στην ταμπέλα του μαγαζιού. Για δες τι μπορεί να σου θυμίσει ένα παλιό τραγούδι, από το ραδιόφωνο ενός μπακάλικου! Και…, πόσες του μηνός έχουμε σήμερα;

Άνοιξε την τσάντα της, πήρε το κινητό της και σχημάτισε έναν αριθμό.
«Αριάδνη!»
«Καλησπέρα, Δημήτρη!»
«Μόλις άγγιζα το τηλέφωνο να σε πάρω — είδα το ημερολόγιο…»
«Θυμάσαι;»
«Μπορώ να ξεχάσω;»
«Εγώ παραλίγο, πάντως. Πού είσαι;»
«Στο γραφείο, ακόμα»

Η πόρτα του μπακάλικου άνοιξε ξανά. Οι τελευταίοι στίχοι του τραγουδιού, ακούστηκαν:

Πώς να γλυτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο
πώς θες να αλλάξουμε ουρανό….
…τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια
που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό…

Η Αριάδνη σήκωσε τα μάτια της ξανά, πιο ψηλά αυτή τη φορά. Ανάμεσα στις πολυκατοικίες, ένα ολοστρόγγυλο κίτρινο φεγγάρι έφεγγε στον ουρανό.

Πανσεληνος...

Δίδυμα Φεγγάρια, Αλέκα Κανελλίδου & Δημήτρης Μητροπάνος –Κώστας Φασουλάς/Μάριος Τόκας (Δίδυμα φεγγάρια, 1993)

——————————————-

υγ1. Το κείμενο είναι -πολύ πολύ καθυστερημένη- απάντηση στην πρό(σ)κληση του Σωτήρη να «παίξω», με τις λέξεις: ομιλία, κατανάλωση, έρωτας, αφεντικό, μπακάλικο. Το μόνο που έκανα εγώ είναι να προσπαθήσω -όσο μπορούσα-  να τις «δέσω», και να κολλήσω και ένα από τα πολύ αγαπημένα μου τραγούδια. Δική του είναι και η φωτογραφία του φεγγαριού (να μάθει να με ταλαιπωρεί!)  :))  [Ευχαριστώ, σου είπα;]

υγ2. Οι επόμενοι «παίζουν» με τις λέξεις: αυστηρός, εμπλέκω, κράνος, νανούρισμα, συνηθίζω (μην γκρινιάζετε, άνοιξα 5 φορές τυχαία το λεξικό. Με το Μπαμπινιώτη να τα βάλετε!)

υγ3. Ποιοι είναι οι επόμενοι: όποιος θέλει, δεν θα βάλω κανένα.  Όποιος έχει κέφι, ας το κάνει.

υγ4. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και γεγονότα (δεν) είναι εντελώς συμπτωματική (πάντα ήθελα να το γράψω αυτό! :p)

υγ5. Ήταν προγραμματισμένο να μπει στις αρχές Δεκέμβρη, μαζί με 3-4 άλλα παιχνίδια που χρωστάω. Αλλά τα γεγονότα το έφεραν πίσω (παρ’ ότι «ανέβηκε» κατά λάθος, και σε κάποιους reader ίσως να φάνηκε).Είναι γραμμένο με εντελώς άλλη διάθεση, σε εντελώς άλλο κλίμα. Το κοιτάω τώρα ένα μήνα στα πρόχειρα, βαρέθηκα να το βλέπω -μ’ «έπιασε» και το φεγγάρι, σήμερα… Αυτό το φεγγάρι, πόσες ζημιές κάνει! Και ειδικά το σημερινό, το φεγγάρι του Γενάρη, το Wolf Moon των Ινδιάνων.  Πώς να το προσπεράσω εγώ; 😉 

υγ-bonnus1 :(ξ)αδερφούλη, ευχαριστώ! (δις):)

υγ-bonnus2: Εσύπάλι τη γλύτωσες, αλλά έχε χάρη! :p

υγ-bonnus 3: Ο τίτλος είναι παραπλανητικός -οι λέξεις, στην πραγματικότητα, είναι 1236! Πως τα κατάφερα δεν ξέρω, αλήθεια σας λέω! :p

Καλημέρα 🙂

Καλή βδομάδα…

της αθανασίας…

της αθανασίας…

Άνοιξε την βαριά πόρτα που χώριζε την κουζίνα από τη σάλα της ταβέρνας – βαριά, να κρατάει τους ήχους μακρυά από τους πελάτες. Να αφήνει να περνάνε μόνο μυρωδιές, όπως άνοιγε κι έκλεινε. Κρατούσε πάντα την κουζίνα της μακρυά από τα αδιάκριτα βλέμματα – ήταν το δικό της μυστικό «βασίλειο». Μόνο εκεί ένιωθε καλά. Χρόνια τώρα, έχει ξεχάσει πόσα, προτιμούσε να είναι ανάμεσα στις κατσαρόλες και στα τηγάνια της, ανάμεσα στα μυρωδικά της. Ευτυχώς που ο πατέρας της άφησε το μαγέρικο τούτο στην άκρη του χωριού, κι ευτυχώς που κανένα από τ’ αδέρφια της δεν το ήθελε. Το ανέλαβε μόνη της. «Το μαγέρικο της αθανασίας». Και όσοι είχαν φάει από τα χέρια της, έλεγαν ότι ταίριαζε ο τίτλος, πλησίαζαν σε νοστιμιά τα γεύματα των αθανάτων αυτά που έφτιαχνε. Κι έρχονταν ξανά και ξανά, ντόπιοι και ξένοι. Οι περισσότεροι δεν ήξεραν ότι Αθανασία ήταν… απλά το όνομά της.

Το «μυστικό» της ήταν τα μυρωδικά και τα μπαχαρικά. Ήξερε, από ένστικτο, τι να βάλει και που, και πόσο. Κι έφτιαχνε καινούριες γεύσεις, χωρίς να ακολουθεί πιστά τις συνταγές. Όλοι τα παίνευαν τα πιάτα της, κι έψαχναν και τη ρωτούσαν το πώς. Μα, δεν ήξεραν το πιο βασικό συστατικό που έβαζε. Της το είχε μάθει ο παππούς της όταν, κοριτσάκι ακόμα πήγαινε και μπερδευότανε ανάμεσα στις κουτάλες και τους πλάστες του. «΄Ο,τι και να κάνεις, με ό,τι και να καταπιαστείς, να το κάνεις με αγάπη – αυτή είναι η μόνη αλάνθαστη συνταγή. Να βάζεις τα χέρια σου στα υλικά, να μην τα φοβάσαι. Να τα αγγίζεις, να τα μυρίζεις, να τα κοιτάς καλά, να «τ’ ακούς», να τα δοκιμάζεις. Να τα νιώθεις – έτσι μόνο θα σου πετυχαίνουν · όχι τα φαγητά, τα πάντα». Και τον ακολουθούσε τον κανόνα. Πιστά. Τόσα χρόνια, σε τούτες τις κατσαρόλες έβαζε την ψυχή της. Ένιωθε τα υλικά, πριν ακόμα τα ανακατέψει. Έκανε τα πάντα με τα χέρια της, δεν άφηνε άλλον να ακουμπήσει στην προετοιμασία. Οι βοηθοί που κατά καιρούς περνούσαν από δίπλα της ήταν μόνο για τις υπόλοιπες δουλειές – να ανακατέψουν, να σηκώσουν το ταψί, να σερβίρουν και να πλύνουν τα σκεύη… Και να την εκνευρίζουν, βάζοντας πάντα τις κουτάλες από τη δεξιά μεριά – κανείς τους ποτέ δεν θυμόταν ότι ήταν αριστερόχερη!

Το πιο πετυχημένο πιάτο της, πάντως, ήταν τα γεμιστά. Κυρίως οι ντολμάδες. Όλων των ειδών, με κάθε τρόπο φτιαγμένοι. Dolmak λένε στα τούρκικα οποιοδήποτε γεμιστό λαχανικό, της είχε πει η τουρκάλα γειτόνισσα. Τα τυλιγμένα με αμπελόφυλλα ή λάχανο λέγονται κανονικά σαρμάδες, που θα πει «τυλιχτά», και τα υπόλοιπα «τυλιγμένα» σε φύλλα, γιαπράκια. Έφτιαχνε κι εκείνη ό,τι μπορούσε να γίνει γεμιστό, και με οποιαδήποτε γέμιση. Εκτός από τα κλασσικά γεμιστά (πάντα με ρύζι, ποτέ με κιμά), τους γνωστούς ντολμάδες με αμπελόφυλλα (που τους έφτιαχνε και με κιμά και γιαλαντζί) και τους λαχανοντολμάδες, έφτιαχνε καταπληκτικά κολοκυθολουλούδια γεμιστά με ρύζι, συνταγή της γιαγιάς από την Κρήτη.

Και από φίλους, και δικό της ψάξιμο κι αυτοσχεδιασμούς, «γέμιζε» διάφορα: φύλλα από λάπατα, μαρούλια, κι ακόμα κρεμμύδια, πιπεριές, μελιτζάνες, μεγάλα μανιτάρια, μήλα, κυδώνια… και από τα πιο αγαπημένα της, τα μικρασιάτικα κρεμμυδογεμιστά «σουγάνια», που είχε δοκιμάσει και στα απέναντι νησιά – Σάμο, Μυτιλήνη… Τότε, που ήταν νέα και είχε όρεξη, κι ακόμα ταξίδευε. Σ’ ένα απ’ αυτά τα ταξίδια, μια άνοιξη, σ’ ένα από κείνα τα παράλια, τον γνώρισε – πόσα χρόνια πέρασαν; Ούτε μπορεί να μετρήσει πια. Μόνο τα μάτια του θυμάται που και που. Ένα χαμογελαστό πρόσωπο με υπέροχα μάτια, σ’ ένα κήπο με άσπρα λουλούδια. Το μόνο που έχει μείνει στη μνήμη της. Δεν τον ξαναείδε, δεν ξαναέμαθε τίποτα γι’ αυτόν. Ούτε και προσπάθησε, δηλαδή. Δεν ήταν γι’ αυτήν «αυτά». Προτιμούσε την ασφάλεια της κουζίνας της από τις περιπέτειες, έτσι έπειθε τον εαυτό της. Καμιά φορά μονάχα σκεφτόταν πώς θα ήταν η ζωή της, αν… Αλλά πολύ γρήγορα την έδιωχνε τη σκέψη, και γύριζε στα μπαχαρικά της.

«Έφυγε και η τελευταία παρέα, να κλείσω;» Η φωνή της μικρής βοηθού, απ’ έξω. «Κλείσε και κλείδωσε, θα μαζέψω μόνη μου. Καληνύχτα σου!» Είχε και τα λουλούδια των κολοκυθιών να γεμίσει. Τα είχε κόψει τα χαράματα, που ήταν ακόμα ανοιχτά, και τα είχε βάλει προσεκτικά το ένα μέσα στο άλλο, να μείνουν έτσι, κι αμέσως στο ψυγείο. Ήθελε να τα γεμίσει τώρα, να είναι έτοιμα το πρωί.

Αφού ανακάτεψε καλά τα υλικά της γέμισης, πήρε το πρώτο. Το μάτι της έπεσε έξω, στον κήπο. Τον φρόντιζε μόνη της κι αυτόν. Είχε όλα σχεδόν τα λαχανικά που χρειαζόταν, όλα τα μυρωδικά, και στις άκρες της μάντρας λουλούδια: πολλά είδη, για να ανθίζουν κάθε εποχή, αλλά πάντα άσπρα. Κρίνα, τριαντάφυλλα, μαργαρίτες, γιασεμιά, ζουμπούλια και γλαδιόλες, κάλλες.. Τώρα ήταν ανθισμένα τα χρυσάνθεμα, γέμιζαν τον τόπο κάτασπρα, φώτιζαν τη νύχτα.

Άναψε το γκάζι, να ζεστάνει νερό για ένα βραστάρι. Θα της έπαιρνε ώρα το γέμισμα, το έβλεπε. Έκατσε στην καρέκλα να ξεκουράσει τη μέση της, είχε αρχίσει να την ενοχλεί. Συνέχισε, μηχανικά να γεμίζει τα λουλουδάκια ένα ένα και να τα αραδιάζει στον πάτο της κατσαρόλας, ενώ το μυαλό της ταξίδευε στα χρόνια που είχαν περάσει. Πόσα θα της έμεναν άραγε να μπορεί να μαγειρεύει; ‘Ήταν ήδη σχεδόν 70, και η υγεία της δεν ήταν η καλύτερη. Και τώρα τελευταία την έπιαναν κάτι περίεργες ζαλάδες.

——-

Τη φωτιά την είδε ο γείτονας από μακρυά. Μέχρι να φωνάξει, να ειδοποιήσει, είχε απλωθεί παντού. Την Αθανασία τη βρήκαν ακουμπισμένη στο τραπέζι, να χαμογελάει…


Για τα ντολμαδοπόστ της aKanonistis
και για την Ελευθερία και τους υπέροχους κολοκυθανθούς της  -στη φωτογραφία, πριν τους φάω, χε χε χε!
Το άσμα*: Συνταγές μαγειρικής, Μαρία ΚωτήΔημήτρης Ζαχαριουδάκης/Γιώργος Μανωλάκης, Χαΐνηδες  (ο Γητευτής και το Δρακοδόντι, 2005)

*για την Πασχ(π)αλίτσα, και τα κολτσθλουλουδά της-και για σένα (ξ)αδερφέ, που με βοήθησες να «ακούσω» το τραγούδι.

**εννοείται ότι το ποστ είναι εκπαιδευτικόν -έχει συνταγές για διαφόρων ειδών ντολμάδες. Η ιστορία είναι απλά για να τις «ντύσει», -παρέα με τη μουσική  😉

Καλημέρα 🙂