Ο «εικαστικός» Γιάννης Ρίτσος

Ο Γιάννης Ρίτσος, «ο ποιητής της Ρωμιοσύνης». Τα ποιήματά του γνωστά, τραγουδισμένα, αγαπημένα. Αλλά ο Ρίτσος είχε κι άλλο ταλέντο, λιγότερο γνωστό -ζωγράφιζε. Μια «ζωγραφική-γλυπτική», όπως έλεγε ο ίδιος:

«Έκανα μια, θα λέγαμε, ζωγραφική γλυπτική. Ξαφνικά μου έρχονταν μορφές ελληνικές οι οποίες σχετίζονταν με την αρχαία Ελλάδα, με τις αρχαιοελληνικές μορφές. Κάποτε ακολουθούσα τη γραφή της Κνωσού, κάποτε την κλασική… Μόνο ανθρώπινες μορφές κι ανθρώπινα σώματα, ποτέ τοπία. Σώματα ως επί το πλείστον γυμνά, ανθρώπινες μορφές και το πολύ πολύ άλογα».

Διαλέγοντας ως υλικά την πέτρα και το ξύλο, τα βότσαλα και τις ρίζες που ξεβράζει το κύμα ο ποιητής έμοιαζε να ελευθερώνει τα κρυμμένα τους μυστικά. Όπως σημειώνει ο Γ. Τσαρούχης «Το θέμα του είναι ένα σ’ ό,τι σχεδίασε και ζωγράφισε: η ανθρώπινη μορφή, που παλεύει με την αγριότητα του κόσμου για να αγριέψει και η ίδια στο τέλος και να γίνει τερατώδης και αλύπητη. Μα μέσα απ’ την αγριάδα και τη σκληρότητα, σαν σπίθα μέσα στη στάχτη, υπάρχει ατόφια αγάπη και, σαν περαστική αστραπή, ο έρωτας, πέρα από την εγκράτεια και την απόλαυση. Ο έρως που δημιουργεί τον κόσμο».

getimagedoΣτα έργα αυτά, δημιουργήματα τα περισσότερα της εξορίας, ο Γ. Ρίτσος διοχέτευσε την απελπισία του αλλά και τις άσβεστες ελπίδες του. Ζωγράφισε την ασχήμια, αλλά και την αγάπη του για τη ζωή και την ομορφιά. Αποτύπωσε τη μοναξιά του αλλά και τη βαθιά του πίστη στον άνθρωπο. «Ο Ρίτσος αναζητεί και ανακαλεί πάνω στις πέτρες του τον χαμένο παράδεισο: έναν κόσμο αιώνιας και αμάραντης νιότης, ερατεινά κορίτσια και αθλητικά αγόρια με ελληνικές κατατομές, εμπνευσμένες από την αρχαία αγγειογραφία» σημειώνει η Μαρίνα Λαμπράκη – Πλάκα. «Το τραγικό του βίωμα ο ποιητής το αποτύπωσε σχεδόν αποκλειστικά και με μεγάλη εκφραστική ένταση στις ρίζες από καλάμια. Οι ίδιες οι ρίζες, βασανιστικές, ροζιασμένες του υπαγόρευαν τις μορφές που ανέσυρε με ελάχιστες γραμμές μέσα από τα πάθη του ξύλου. Γιατί οι ρίζες έχουν πάνω τους τα ίχνη του χρόνου, της φθοράς, του γήρατος. Έτσι βγήκαν αυτές οι μαρτυρικές φυσιογνωμίες, που ανταποκρίνονται στα πάθη του ποιητή, στα πάθη του λαού μας».

«Μόλις πρωτομπεί κανείς στο σπίτι του Ρίτσου έχει την εντύπωση πως μπαίνει σ’ ένα πρωτότυπο μουσείο. Τα τραπέζια, οι καρέκλες, οι τοίχοι, ακόμη και το πάτωμα έχουν κατακλυσθεί από τα έργα που φτιάχνει με τα χέρια του ο ποιητής. Πίνακες με σινική μελάνη σε καφετιά χρώματα, που θυμίζουν βυθό ή μικροσκοπική εξέταση της ζωής, ρίζες θάμνων σε φανταστικά σχήματα, κόκκαλα ζώων ζωγραφισμένα με το χέρι και πέτρες… δεκάδες πέτρες σ’ όλα τα σχήματα και τα μεγέθη.

Οι ζωγραφισμένες πέτρες του Ρίτσου, διαλεγμένες με στοργή από τον ίδιο σε στιγμές ανάπαυλας, στην παραλία της Σάμου, κι ύστερα σφραγισμένες μ’ εκείνη την εντελώς δική του προσωπικότητα, με μορφές αρχαϊκές, πρόσωπα, που λες και απαγγέλλουν στίχους του ποιητή… ή χορικά αρχαίου δράματος, έχουνε κι αυτές ξεπεράσει τα σύνορα της Ελλάδας. Δύο απ’  αυτές έχουν τιμητική θέση στο γραφείο του Αραγκόν

«Πολλοί έρχονται και μου ζητούν να κάνω έκθεση με όλα αυτά, λέει ο Ρίτσος, και με το χέρι δείχνει τα πέτρινα και τα κοκάλινα έργα του, που έχουν πια κατακλύσει το σπίτι. Πρόσφατα ήρθε ένας εκπρόσωπος μιας γκαλερί του Παρισιού…  Ωστόσο δε θέλω, αυτά είναι πάρεργα, δεν είναι η δουλειά μου».

Πώς αλήθεια αντικρίζει τα ζωγραφικά του έργα ο Ρίτσος; Μας το λέει ο ίδιος. Πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε από τα εκδοτικά «Κέδρος» η δέκατη τρίτη έκδοση του βιβλίου του Κώστα Βάρναλη «η αληθινή απολογία του Σωκράτη» με εικονογράφηση Γιάννη Ρίτσου. Σ’ ένα σύντομο πρόλογο για την εικονογράφηση του βιβλίου ο Ρίτσος λέει για τη ζωγραφική του: «Δεν είμαι ζωγράφος, παρ’ ότι απ’ τα πρώτα παιδικά χρόνια μου ασχολούμαι με τη ζωγραφική στο διάλειμμα της συγγραφικής δουλειάς μου. Αυτό το «στα διαλείμματα» δηλώνει καθαρά τον ανεύθυνο ερασιτεχνισμό αυτής μου της ασχολίας».

Ωστόσο, οι ζωγραφισμένες πέτρες του Ρίτσου είχαν κάνει όλο το δρόμο ως το Παρίσι, για να εκτεθούν στο χώρο όπου είχε ανέβει η «Ρωμιοσύνη». Και εντυπωσίασαν!»

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από αφιέρωμα της εφημερίδας Ριζοσπάστης με ημερομηνία 26/01/1975 -το βρήκα στο αρχείο της εφημερίδας.

Μια και φέτος είναι επίσημα «Έτος Ρίτσου» αλλά η «μαμά πατρίδα» -ως συνήθως- απέχει… Αντιγράφω από το κάλεσμα της Αγγελικής Κώττη, που την ξέρουμε και σαν «Εαρινή Συμφωνία» : Δεν μπορώ να δεχτώ πως έχουμε Ετος Ρίτσου και η μητριά- πατρίδα ακόμα κοιμάαααααται. Και μάλιστα, έναν ύπνο του αδίκου. Επομένως, ας πάρουμε τα πράγματα στα χέρια μας. Και μια και εγώ είμαι πάντα οπαδός του «συν Αθηνά και χείρα κίνει», σήμερα, Πρώτη Μάη, ημέρα γενεθλίων του ποιητή, θέλω να τον θυμάμαι. Πάντα.

«Να με θυμόσαστε – είπε.
Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα
χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες κι αγκάθια,
για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα.
Την ομορφιά ποτές μου δεν την πρόδωσα.
Όλο το βιος μου το μοίρασα δίκαια.
Μερτικό εγώ δεν κράτησα.
Πάμπτωχος.
Μ’ ένα κρινάκι του αγρού τις πιο άγριες νύχτες μας φώτισα.

Να με θυμάστε»

Καλημέρα 🙂
Καλό Μήνα!

[και, είναι γνωστό, αλλά να το ξαναλέμε: σήμερα δεν είν’ αργία, είν’ Απεργία, ναι;]

Advertisements

Μάνος Xατζιδάκις

aftografosimeioma

Μάνος ΧατζιδάκιςΈξι λαϊκές ζωγραφιές, Ο κύκλος με την κιμωλία, Ο κύκλος του C.N.S, Ποτέ την Κυριακή, Ελλάς, η χώρα των ονείρων, Οδός Ονείρων, Το χαμόγελο της Τζοκόντας, Reflections, Ο Μεγάλος Ερωτικός, Αθανασία, Για την Ελένη, Η εποχή της Μελισσάνθης, Πορνογραφία… Και Τρίτο Πρόγραμμα, Λιλιπούπολη, παλιές ασπρόμαυρες ταινίες με την Αλίκη, τη Τζένη, τη Μελίνα -και «ηθοποιός σημαίνει φως»,  μόνο με τη φωνή του Δημήτρη Χορν.

«Τι είναι για μένα ο Μάνος Χατζιδάκις», αναρωτήθηκα με την ευκαιρία. Είναι από τους ανθρώπους που χωρίς να γνωρίσω ποτέ, τους νιώθω «κοντά μου». Είναι τα τραγούδια που έχουν κάνει παρέα τόσες και τόσες ώρες της ζωής μου, είναι κομμάτι από τη ζωή μου, πώς αλλιώς! Είναι και η κοινή Κρητική καταγωγή, φυσικά.

Μια και ο ίδιος είπε:

Μού τό’πε μια φορά ένας γέρος χωρικός πάνω στην ώρα δυνατού σεισμού, μα το κατάλαβα αργότερα. «Μη φοβάσαι, Μανώλη, ζωντανή είναι η Κρήτη μας, κουνιέται …» Και δεν είναι μόνο ζωντανή. Παρά και μάγισσα «Ήπιες νερό από τα σπλάχνα της; Πάει, τέλειωσε  Έγινες σκλάβος της αιώνιος…»

Κι αυτό θυμίζει Καζαντζάκη -και μάλλον δεν είναι τυχαίο που μελοποίησε κομμάτια για τον «Καπετάν Μιχάλη«. Είναι σίγουρα ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα έργα του Νίκου Καζαντζάκη σε όλο τον κόσμο. Και είναι μια εξαιρετική καταγραφή του κλίματος που επικρατούσε στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη. Η μουσική και τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι για το θεατρικό ανέβασμα του καζαντζακικού Καπετάν- Μιχάλη γράφτηκαν το 1966, όταν και παρουσιάστηκε το έργο από το Ελληνικό Λαϊκό Θέατρο του Μάνου Κατράκη. Τραγουδά ο Γιώργος Ρωμανός, αν και αργότερα ηχογραφήθικε ξανά, με μια συγκλονιστική Φλέρυ Νταντωνάκη.

Δεν έχω να πω κουβέντα παραπάνω. Θα ξανακούσω τα τραγούδια, …για να μη συνηθίσουμε ποτέ ! Κι όχι μόνο μια μέρα 🙂

Καλημέρα 🙂

Μελίνα, Μελινάκι…

Τη χαρακτήρισαν «τελευταία ελληνίδα θεά» και «γυναίκα – φλόγα». Όλη της η ζωή ήταν γεμάτη όνειρα, ελπίδες, αγωνίες και αγώνες. Η Μελίνα Μερκούρη ήταν μια από τις σημαντικότερες Ελληνίδες του 20ού αιώνα.

Je te dirais les mots, Μελίνα Μερκούρη (του Βαγγέλη Παπαθανασίου, από το album Si Melina… m’ etait contee, 1974)

Τη βάφτισαν Αμαλία – Μαρία, δεν τη φώναξαν όμως έτσι ποτέ. Το όνομα που θα χρησιμοποιούσαν σε όλη της τη ζωή, και με το οποίο έγινε πασίγνωστη, ήταν το «Μελίνα». Πολλές φορές δεν χρειαζόταν καν το επίθετο «Μερκούρη» για να συστηθεί. Ήταν η Μελίνα όλων των Ελλήνων, αλλά και η Μελίνα των ξένων.

Την πρώτη θεατρική της πρόβα η Μελίνα Μερκούρη την έκανε μπροστά στον καθρέφτη, προσπαθώντας να καταφέρει να κυλήσουν κάποια δάκρυα σε κατάλληλη στιγμή, προκειμένου να πειστούν οι δικοί της να της αγοράσουν κάτι που επιθυμούσε. Ήταν μόλις πέντε ετών. Σε ηλικία δέκα ετών, «ντεμπουτάρισε» στις Σπέτσες, στο τραπέζι ενός καφενείου, όπου τη χειροκρότησαν θερμά. Η μητέρα της όμως, που φτάνει τρέχοντας μόλις πληροφορείται ότι η κόρη της δίνει αυτοσχέδια παράσταση, τη «φιλοδωρεί» με ένα μεγαλοπρεπές χαστούκι.

Όταν ο παππούς Σπύρος πεθαίνει, η μικρή Μελίνα αισθάνεται για πρώτη φορά στη ζωή της προδομένη. Την είχε κάνει να πιστέψει πως ήταν αθάνατος…

Ζει στο Παρίσι, όπου γνωρίζει τον Μαρσέλ Ασάρ. Η Μελίνα εμφανίζεται στη θεατρική σκηνή της Πόλης του Φωτός σε μπουλβάρ των Ζακ Ντεβάλ και Μαρσέλ Ασάρ. Παίζει στο «Le Moulin de la Galette», στο «Les Compagnons de la Marjolaine», στο «Il etait une gare». Εκεί θα γνωρίσει τον Ζαν Κοκτώ, τον Ζαν Πωλ Σαρτρ, την Κολέτ, τη Φρανσουάζ Σαγκάν. Εκεί ανοίγουν οι ορίζοντές της.

Με την επιστροφή της στην πατρίδα, της γίνεται η πρώτη πρόταση να πρωταγωνιστήσει σε κινηματογραφική ταινία. Πρόκειται για τη «Στέλλα» του Μιχάλη Κακογιάννη από το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Η Στέλλα με τα κόκκινα γάντια». Η ταινία επαινέθηκε ιδιαίτερα στο κινηματογραφικό φεστιβάλ των Κανών το 1956. Παρότι το αξίζει, δεν θα πάρει το βραβείο του Φεστιβάλ των Κανών το 1956. Η εμφάνισή της σ’αυτό, όμως, θα είναι μοιραία, αφού εκεί θα γνωρίσει τον αμερικανό σκηνοθέτη Ζυλ Ντασσέν, κατοπινό σύντροφό της δια βίου.

Η Μελίνα θα πρωταγωνιστήσει στην ταινία του «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται» την ίδια χρονιά και από τότε θα παίξει σε πολλές ακόμα ταινίες του, όπως στο «Ποτέ την Κυριακή», στη «Φαίδρα», στο «Τοπκαπί» κ.α. Για την ερμηνεία της στην ταινία «Ποτέ την Κυριακή» θα πάρει στις Κάνες το βραβείο γυναικείας ερμηνείας (εξ’ ίσου με την Ζαν Μορό για το Moderato Cantabile) (1960). Η ταινία είναι υποψήφια για πέντε Όσκαρ (σκηνοθεσίας, σεναρίου – Ζύλ Ντασσέν, πρώτου γυναικείου ρόλου – Μελίνα Μερκούρη, κοστουμιών για ασπρόμαυρη ταινία – Ντένη Βαχλιώτη, τραγουδιού – Μάνος Χατζιδάκις, που παίρνει το βραβείο).

Η Μελίνα θα ανοίξει τα φτερά της το 1967 για το Μπρόντγουεϊ της Νέας Υόρκης, για να παίξει στο «Ίλια Ντάρλινγκ» με τον Ζυλ Ντασσέν, σύζυγό της από την προηγούμενη χρονιά, στο πλευρό της. Τα μεσάνυχτα της 21ης Απριλίου, ο Μάνος Χατζιδάκις τηλεφωνεί σε κείνη και στον Ζυλ για να τους πει ότι στην Ελλάδα έγινε στρατιωτικό πραξικόπημα. Η Μελίνα κάνει δηλώσεις στις τηλεοπτικές κάμερες των αμερικανικών μέσων μαζικής ενημέρωσης. «Σας παρακαλώ μην πάτε στη χώρα μου» λέει κλαίγοντας. Για τις δηλώσεις αυτές, η χούντα θα της αφαιρέσει την ελληνική ιθαγένεια στις 12 Ιουλίου του ίδιου χρόνου. Εκείνη θα απαντήσει με το ιστορικό πλέον : «Γεννήθηκα Ελληνίδα και θα πεθάνω Ελληνίδα. Ο Παττακός γεννήθηκε φασίστας και θα πεθάνει φασίστας». Από τον Νοέμβριο του 1967 και επί τρεις μήνες, το FBI την παρακολουθεί παντού. Υπάρχει προειδοποίηση ότι θα γίνει δολοφονική απόπειρα εναντίον της.

Ο μέτοικος (Δημήτρης Χριστοδούλου-Ζωρζ Μουστακί, Μελίνα Μερκούρη 1972)

Όταν το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τις εκλογές τον Οκτώβριο του 1981, η Μελίνα Μερκούρη ορίζεται Υπουργός Πολιτισμού και παραμένει στη θέση αυτή και τα οκτώ χρόνια διακυβέρνησης της χώρας από το κόμμα.

Η Μελίνα Μερκούρη είχε χαράξει την πολιτική της στο υπουργείο εξαρχής και την ακολούθησε απαρέγκλιτα, φροντίζοντας για την σταδιακή υλοποίηση των πολλών και μεγάλων οραμάτων της.

Ένα από τα σημαντικότερα, υπήρξε η επιστροφή στην Ελλάδα των Μαρμάρων του Παρθενώνα, που σύλησε και απέσπασε τον προηγούμενο αιώνα ο λόρδος Έλγιν και που βρίσκονται στο Βρετανικό Μουσείο. Η ιδέα της επιστροφής των Μαρμάρων της γεννήθηκε κατά τη δεκαετία του ΄60, όταν, στα γυρίσματα της ταινίας «Φαίδρα», οι Βρετανοί ζήτησαν πληρωμή για να αφήσουν το ελληνικό συνεργείο να κινηματογραφήσει τα γλυπτά. Έθεσε το θέμα επίσημα για πρώτη φορά ως Υπουργός Πολιτισμού τον Ιούλιο του 1982 στο Μεξικό, στη Διεθνή Διάσκεψη Υπουργών Πολιτισμού της UNESCO και δεν σταμάτησε να αγωνίζεται γι’ αυτό μέχρι το θάνατό της. «Πρέπει να καταλάβετε τι σημαίνουν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα για μας», έλεγε. «Είναι το καμάρι μας. Είναι οι θυσίες μας. Είναι το υπέρτατο σύμβολο ευγένειας. Είναι φόρος τιμής στη δημοκρατική φιλοσοφία. Είναι η φιλοδοξία και το όνομά μας. Είναι η ουσία της ελληνικότητάς μας». Και » Αν με ρωτήσετε εάν θα ζω όταν τα Μάρμαρα του Παρθενώνα επιστρέψουν στην Ελλάδα, σας λέω πως ναι, θα ζω. Αλλά κι αν ακόμη δεν ζω πια, θα ξαναγεννηθώ».

melina

Είναι δύσκολο να πει κανείς οτιδήποτε για τη Μελίνα -είναι και δύσκολο να πιστέψεις ότι πέρασαν κιόλας 15 χρόνια που λείπει. Είναι όμως άνθρωποι που δεν θα φύγουν ποτέ, αφού δεν πρόκειται να ξεχαστούν. Η Μελίνα σημάδεψε την ιστορία τούτης της χώρας, κι όσοι την είδαν έστω και μια φορά από κοντά έχουν να λένε για την αύρα που είχε, για τη φωνή της που ήταν αξέχαστη, για το γέλιο της που ξεσπούσε ξαφνικά -για να παρασύρει και όλους όσους ήταν γύρω της.

Θα είναι έτσι κι αλλιώς για πάντα, η Μελίνα της Ελλάδας.

Καλημέρα 🙂

Το κείμενο είναι αποσπάσματα του βιογραφικού της Μελίνας από την ιστοσελίδα του ιδρύματος «Μελίνα Μερκούρη». Οι φωτογραφίες και τα βίντεο είναι από αναζήτηση στο google.

Ηχήστε οι σάλπιγγες..!

(Στα χρόνια της Γερμανικής κατοχής, βαριά άρρωστος ο Κωστής Παλαμάς πεθαίνει στις 27 Φεβρουαρίου του 1943, στις 3 π. μ. Η κηδεία του έμεινε ιστορική καθώς, μπροστά σε έκπληκτους Γερμανούς κατακτητές, χιλιάδες κόσμος τον συνόδευσε στην τελευταία του κατοικία, στο Α΄ νεκροταφείο Αθηνών, ψάλλοντας τον εθνικό ύμνο. Τα απoσπάσματα που ακολουθούν, είναι από το βιβλίο του Μενέλαου Λουντέμη « Ο Εξάγγελος», που μιλά ο συγγραφέας για τον Άγγελο Σικελιανό. Περιγράφει πως έζησαν εκείνη τη μέρα οι ίδιοι. Στον πρώτο διάλογο, μιλά ο Σικελιανός με το Λουντέμη –η Αννούλα, είναι η γυναίκα του Σικελιανού, και η Ναυσικά η κόρη του Παλαμά)
« -Πεθαίνει ο Παλαμάς. Ναι…μου το μήνυσε η Ναυσικά κι αρρώστησα. Έστειλα την Αννούλα να του πει ότι είμαι άρρωστος. Κείνος πεθαίνει. Γι’ αυτό δεν μπορώ να τον ιδώ. Δεν μπορώ να δω άνθρωπο να πεθαίνει, χωρίς να είναι άρρωστος. Είναι αβάσταχτο. Κάνει πιο πικρόν ένα θάνατο, που είναι δα κι από μόνος του αρκετά πικρός. Τι να ‘κανα;»
(…)
Ήθελα κι εγώ να δω τον Παλαμά πολύ, ως τότε μόνο στις φωτογραφίες τον έβλεπα. Τον είδα μια φορά στην Ακαδημία. Αλλά ήταν τόσο μεγάλη η απόσταση που…νόμισα πως ξαναείδα τη φωτογραφία του.
Ο Κωστής Παλαμάς ήταν ένας αινιγματικός μελλοθάνατος. Τα τελευταία δέκα χρόνια τα περνούσε (όχι καθισμένος) αλλά αποθεμένος στην πολυθρόνα του. Έτσι -εκτός από έναν πολύ στενό κύκλο-, για όλους μας ήταν, περίπου, νεκρός. Ένας μεγάλος ποιητής, που πέθαινε. Μα, με τόσο αργό ρυθμό, που νόμιζες πως δεν θα πεθάνει ποτέ.
(…)
«Η Αννούλα όμως αργεί. Λες να τ ε λ ε ί ω σ ε ; Αλλά…τι λέω; Τελειώνουν ποτές αυτές οι ζωές; Όχι. Σταματούν.»
Σταμάτησε για λίγο κι ο ίδιος, μπορεί για να αφουγκραστεί.
(…)
Φύγαμε από κει. Κρυώναμε. Ο Παλαμάς είχε ξεψυχήσει πριν από μια ώρα. Χωρίσαμε σ’ ένα σταυροδρόμι. Πονούσαν οι κροτάφοι μου. Είχα, ως φαίνεται, κρυολογήσει. Μα δεν έπεσα στο κρεβάτι. Κλήρος βαρύς έπεφτε στους ώμους μας. Να πάρουμε στα χέρια μας την υπόθεση της ταφής. Σμίξαμε πρωί πρωί όλοι στο βιβλιοπωλείο του «Αετού». Μας προσδέχτηκε ισκιωμένος ο Κίμων Θεοδωρόπουλος με τον Χρυσ. Γανιάρη. Είχαν κι οι δυο μαύρο περιβραχιόνιο. (…)

Τότε εμφανίζεται ο γιος του Παλαμά:
– Κύριοι!!.. είπε στυφά. Σας παρακαλώ. Σεβαστείτε το πένθος μας! Τι θέλετε, επιτέλους, απ’ το νεκρό μας; Αφήστε τον ήσυχο!… Θα τον ενταφιάσει η οικογένειά του, σεμνά, οικογενειακά (ήθελε να πει «μυστικά»).
Άφρισα.
– Ποια οικογένειά του; του λέω. Φαίνεται, κύριε, πως δεν ξέρετε π ο ι ό ν είχατε πατέρα! Οικογένειά του είναι όλη η Ελλάδα. Μόνος του την απόκτησε. Και κανένας ανάξιος γιος δεν μπορεί να του την αφαιρέσει.
Ήταν μέτριος σ’ όλα. Στην ποίηση, στη ζωγραφική, στη λογιστική. Σήμερα αποδειχνότανε μέτριος και στα αισθήματα.
– Ξεκινάτε από «αλλότριους» σκοπούς… είπε με σφιγμένα τα δόντια. Δεν θα σας αφήσω να κάνετε τον πατέρα μου ύποπτο φλάμπουρο.
– Φλάμπουρο είναι! Και προς τιμήν του. Και προς τιμήν σου. Αν είσαι μικρός γι’ αυτήν την τιμή, παραμέρα!… Κλείσου στο σπίτι σου. Θα περάσει ο Λαός και θα σε παρασύρει. Κρύψου! Τ’ άλλα είναι δική μας υπόθεση.

Έτσι νομίζαμε. Ότι ήταν δική μας μόνο υπόθεση, του πνευματικού μόνο κόσμου. Μα πίσω μας ήταν σύγκορμος ο Λαός. Ούτε υποπτευόμασταν, ως τότε, τι γινόταν πίσω απ’ το οικογενειακό πένθος των λογοτεχνών. Η Αθήνα είχε όλη ντυθεί στο πένθος κι ετοιμαζόταν να ξεπροβοδίσει το μεγάλο της πατέρα. Πώς το ‘μαθαν; Ποια μυστική καμπάνα έκραξε μες τα μεσάνυχτα; Ποιος ειδοποίησε τις μυριάδες των πολιτών της πανάρχαιας πόλης ότι έφτασε η ώρα της πρώτης μάχης;
Σαν είδαμε το πρωί τα πλήθη, μείναμε άφωνοι. Πλήθη αμέτρητα, άπειρα, ανόμοια… Ο Λ α ό ς! Φορτώθηκε το αγέρωχο πένθος του, όπως ταίριαζε για ένα τέτοιο νεκρό, σε μια τέτοια ώρα, σε μια τέτοια πόλη.
Είναι αδύνατο -και τώρα- να περιγράψω αυτή τη θανή. Μου λύνονται οι αρμοί. Στην εξέδρα, δίπλα στο φέρετρο, σε μια στιγμή -σα χρησμός- ο Σικελιανός! Η φωνή του θαρρετή, σαν την «κόψη του σπαθιού την τρομερή», έσκισε την πένθιμη σιωπή:

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βογκήστε τύμπανα πολέμου… Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

Ρίγη προφητικά μας διαπέρασαν όλους.
Οι τόνοι της φωνής του ξεχύθηκαν εξαγγελτικοί ως κάτω στην Πόλη, εισέβαλαν απ’ τα Προπύλαια κι ανέβηκαν στην Ακρόπολη! Κι εκεί…

Το ποίημα δεν είχε ακόμα τελειώσει. Οι τόνοι του μόλις είχαν αρχίσει να σβήνουν…Και τότε, με τα χείλη του Λαού, απάντησε -από απόσταση ενός αιώνα- σε τούτον τον Έ λ λ η ν α Ποιητή, ένας άλλος Έ λ λ η ν α ς Ποιητής:

Σε γνωρίζω από την κόψη
του σπαθιού την τρομερή
Σε γνωρίζω από την όψη
που με βιά μετράει τη γη…..

Είχαμε ασυναίσθητα γονατίσει Και ψέλναμε Μεγαλόφωνα. Τον Ύμνο μας, της αστρομέτωπης Λ ε υ τ ε ρ ι ά ς!

Σ’ αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ένα βουνό
με δάφνες αν υψώσουμε ως το Πήλιο κι ως την Όσσα,
κι αν το πυργώσουμε ως τον έβδομο ουρανό,
ποιόν κλει, τι κι αν το πει η δικιά μου γλώσσα;

……………………………………………………………
Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα…
Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές
της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα !

(ολόκληρο το -συγκλονιστικό- ποίημα Ηχήστε οι Σάλπιγγες, που είναι από τα πιο αγαπημένα μου, καθώς και φωτογραφίες και βιογραφικό του Παλαμά, βρήκα στις σελίδες του Νίκου Σαραντάκου

Άλλη μια μαρτυρία,για την πρώτη αντίδραση του κόσμου την περίοδο της κατοχής, βρήκα εδώ

Καλημέρα 🙂

Θα πάμε κι εμείς…

– Μαμά, το Σάββατο είναι 17 Νοέμβρη – θα πάμε φέτος στο Πολυτεχνείο;

– Ναι, θα πάμε – όπως κάθε χρόνο…

– Γιατί πάμε κάθε χρόνο; Δηλαδή – διαβάσαμε στο σχολείο ένα ποίημα του Δημήτρη Ραβάνη-Ρεντή, το «Χαρμόσυνο γεγονός» και ένα κείμενο από κάποιον που ήταν εκεί,τον Γιώργο Παυλάκη, μα – τι ακριβώς έγινε, εσύ θυμάσαι;

——————————————————

17 Νοέμβρη 1973 –μέρες τώρα ακούω διάφορα «περίεργα», βλέπω τους γονείς μου ταραγμένους· δεν καταλαβαίνω γιατί. Το σπίτι μας κοντά στο κέντρο της Αθήνας –ακούγονται φωνές όταν βγαίνεις στη βεράντα… Ο μπαμπάς πηγαινοέρχεται «εκεί» αναστατωμένος, κουβαλάει τρόφιμα, τσιγάρα -τι είναι το «εκεί»; Έχει γνωστούς, φίλους μέσα, είναι εκεί ο Νίκος και τραγουδάει… εκείνος δεν πάει «μέσα», λέει, έχει μωρό –μα θα βοηθήσει όσο μπορεί.

Στο τραπέζι της κουζίνας το μικρό τρανζιστοράκι μου –μαύρο, δώρο του αγαπημένου θείου Σ.- μου κάνει παρέα από τότε που γεννήθηκα. Απόψε μου το πήραν. Ακούγονται δυνατά λόγια, ένα κορίτσι μιλάει περισσότερο…. –δεν καταλαβαίνω. Δεν κοιμάται κανείς. Το καναρίνι έχει τρελαθεί στο κλουβί του και κελαηδάει μέσα στη νύχτα.

Από το δρόμο ακούγεται ένας παράξενος ήχος, ανατριχιαστικός –δεν τον έχω ξανακούσει. Δεν καταλαβαίνω πάλι, και με τρομάζει. «Ερπύστριες» λέει ο μπαμπάς. Τι είναι πάλι αυτό; Σαν να τραντάζεται η γη…

[…]

Το πρωί, πριν ξημερώσει, μας έβαλε στο αυτοκίνητο και πήγαμε στο χωριό, μαζί με το θείο Θ. (είναι χωροφύλακας, αν μας σταματήσουν, θα δείξει τη δική του ταυτότητα…) Και αργήσαμε να ξαναγυρίσουμε στο σπίτι –και μου έλειπαν τα παιχνίδια μου, δεν πρόλαβα να τα πάρω μαζί μου. Και για μέρες άκουγα τις φωνές, και τρόμαζα στον ύπνο μου.

—————————————–

Αυτά θυμάμαι γιε μου – ήμουν πολύ μικρή…. Μεγαλώνοντας όμως, έμαθα τι ήταν οι φωνές – και οι ερπύστριες… και τι ήταν το «εκεί» που ήταν οι φίλοι του μπαμπά μου, που φώναζαν «Ψωμί-Παιδεία- Ελευθερία» και τραγουδούσαν……

Θα πάμε – ξανά και ξανά. Και θα μάθεις κι εσύ να το λες το αγαπημένο μου ποίημα –και θα σου μάθω και τα τραγούδια, να τα λέμε παρέα.Θα πάμε, όσο κι όποτε, και για όποιο λόγο χρειαστεί.

Θα πάμε κι εμείς.

– – – – –

Το Προσκύνημα, με τον Νίκο Δημητράτο και τη Τζένη Καρέζη είναι από την παράσταση «Το μεγάλο μας Τσίρκο» – ολόκληρο μπορείτε να το κατεβάσετε από εδώ.

Η Ξαστεριά είναι από «Τα Ριζίτικα» με το Νίκο Ξυλούρη

«και να, αδερφέ μου, που μάθαμε…»

και να αδερφέ μου – Γ. Ρίτσος – Χρ. Λεοντής – Νίκος Ξυλούρης
Καπνισμένο Τσουκάλι (1975)

Και να αδελφέ μου , που μάθαμε να κουβεντιάζουμε,
ήσυχα-ήσυχα κι απλά .
Καταλαβαινόμαστε τώρα, δεν χρειάζονται περισσότερα.
Κι αύριο λέω θα γίνουμε ακόμα πιο απλοί.
Θα βρούμε αυτά τα λόγια που παίρνουνε το ίδιο βάρος
σ’ όλες τις καρδιές, σ’ όλα τα χείλη.

Έτσι να λέμε πια τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη.
Κι έτσι που να χαμογελάνε οι άλλοι και να λένε,
«Τέτοια ποιήματα, σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα.»
Αυτό θέλουμε κι εμείς.
Γιατί εμείς δεν τραγουδάμε
για να ξεχωρίσουμε αδελφέ μου απ’ τον κόσμο.
Εμείς τραγουδάμε για να σμίξουμε τον κόσμο.

…έγραφε ο Γιάννης Ρίτσος, στο Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Πολιτικών Κρατουμένων στο Κοντοπούλι Λήμνου, το 1948-1949.

Περισσότερα από 50 χρόνια μετά, σήμερα, ακούγεται ακόμα επίκαιρο. Και αν το συνδυάσουμε με τα σημερινά πολιτικά γεγονότα, αναρωτιέμαι: μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα-ήσυχα και απλά; Και πιο πολύ, να λέμε τα σύκα-σύκα και τη σκάφη-σκάφη;

Ο αγαπημένος ποιητής, που πέθανε σαν σήμερα το 1990, από τους σπουδαιότερους και πιο πολυδιαβασμένους και μελοποιημένους της πατρίδας μας, «έγραφε «από ανάγκη», μένοντας πολύ συχνά ξάγρυπνος, πεινασμένος, διψασμένος, δουλεύοντας δέκα, δώδεκα και μερικές φορές δεκαοκτώ και είκοσι ώρες το εικοσιτετράωρο, πραγματικός χειρώνακτας, άξιος ν’ αγιάσει»

Σκαλίζοντας, αυτές τις μέρες, τα CD μου και το Internet, βρήκα το «Γιάννης Ρίτσος. Του απείρου εραστής», με απαγγελίες του ποιητή και επιμέλεια του Θ.Μικρούτσικου. Μου φάνηκε εξαιρετικά ενδιαφέρον το απόσπασμα που μιλά για τα παιδικά του χρόνια, για τον καιρό που πήγαινε σχολείο – ακούστε το:

Εδώ ήταν το δημοτικό μας σκολείο…

Και δείτε – για άλλη μια φορά, το «μεγαλείο της φυλής μας», από μια μαρτυρία της Μάρως Δούκα (στο βιβλιαράκι που συνοδεύει το ίδιο CD):
«1979, η υποψηφιότητα του Γιάννη Ρίτσου στη Σουηδική Ακαδημία για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας είχε κατατεθεί και είχε υποστηριχτεί εκείνη τη χρονιά, όπως και όλες τις προηγούμενες, από τους ξένους μελετητές, μεταφραστές και θαυμαστές του. Δούλευα τότε στις «Εκδόσεις Κέδρος» της Νανάς Καλλιανέση, φθινόπωρο, κι εκεί ένα μεσημέρι πίσω από την πλάτη της, είχαν συναντηθεί κάμποσοι αθηναίοι «διανοούμενοι», άλλοι πέθαναν εν των μεταξύ, άλλοι ακόμα ζουν επιτυχώς ελισσόμενοι, είχαν συναντηθεί, λοιπόν, τυχαία εκεί, στον τρίτο όροφο του κτιρίου, όπου στεγάζονταν τα γραφεία του εκδοτικού, απομονώθηκαν σε μια μεριά, σαν συνωμότες και συζητούσαν χαμηλόφωνα τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να σαμποτάρουν την υποψηφιότητα του Γιάννη Ρίτσου.

Δεν είναι δυνατόν, τέντωσε ψιθυριστά τη φωνή του ο πιο μαχητικός, ο «αριστερός» της παρέας, δεν είναι δυνατόν να πάρει Νόμπελ ο Ρίτσος, πρέπει να κάνουμε κάποιο διάβημα στο υπουργείο Εξωτερικών! Κρυφάκουγα άθελά μου κι είχα παγώσει. Φαντάσου το: ορισμένοι απ’ αυτούς, και ιδιαίτερα ο «μαχητικός» της παρέας, δήλωναν μπροστά στον Ρίτσο, τους είχα δει με τα μάτια μου, αφοσιωμένοι και δουλοπρεπείς θαυμαστές του. Τι άλλο; Πάνω και πέρα απ’ όλους μας, φίλους κι εχθρούς, ο Γιάννης Ρίτσος ήταν από τους ανθρώπους που γεννιούνται για να ζήσουν μέσα στην αυτοκρατορική μοναξιά τους. Κυρίαρχοι του κόσμου, στο έλεος ενός αηδονιού ψηλά που κελαηδεί αθέατο».

**Στον Ίνδικτο, μπορείτε να διαβάσετε τον Επιτάφιο.

Καλημέρα.

Τα παιδικά μας χρόνια, τα ντενεκεδάκια…κι ο Παύλος…!

“Ντενεκεδούπολη, ντενεκεδούπολη, είσαι ωραία, τρανή

Ντενεκεδούπολη, ντενεκεδούπολη, σε αγαπάμε πολύ!»

Έτσι άρχιζε το τραγούδι της πρώτης παράστασης, 30+ χρόνια πριν. Η Ντενεκεδούπολη ξεκίνησε από την ανάγκη της Ευγενίας Φακίνου να βρει μια δουλεία που να της αρέσει περισσότερο από τα κείμενα στα συννεφάκια του Μίκυ-Μάους!

Continue reading «Τα παιδικά μας χρόνια, τα ντενεκεδάκια…κι ο Παύλος…!»