«μια εφηβεία επιεικής, που γίνεται 40…»

Και να, που έφτασε κι αυτό… Σαράντα, στρογγυλά -μ’ άρεσαν πάντα οι «στρογγυλοί» αριθμοί. Στα σαράντα χρόνια που πέρασαν, λοιπόν, νομίζω πως έχω να μετράω θετικά. Όμορφες αναμνήσεις, γλυκές στιγμές -αυτές είναι οι περισσότερες.
Φέτος τα γενέθλιά μου είναι μαζί με τη γιορτή του Άη Γιώργη. Με όσους «γνωριζόμαστε» από παλιά, μπορεί και να θυμάστε ότι με τον Άη Γιώργη έχω μεγάλες αγάπες -στις παιδικές μου αναμνήσεις έχει καταγραφεί σαν «η τελευταία στάση πριν τον Παράδεισο». Όπου Παράδεισος ήταν το χωριό στην Κρήτη, για τις καλοκαιρινές διακοπές. Και είχα πάντα πολλούς αγαπημένους Γιώργηδες: θείους, ο αγαπημένος ξάδερφος, ο πρώτος μου φίλος στο σχολείο, ο αγαπημένος μου Δάσκαλος, και μετά υπέροχοι φίλοι, κάνουν το όνομα ακόμα πιο αγαπημένο. Θεώρησα καλό σημάδι, λοιπόν, τη φετινή σύμπτωση. Και σβήνω τα σαράντα κεράκια μου, και κάνω ευχή: Να είναι καλά όσοι αγαπάω, να αντέχουν -και να αντέχω.

[αγαπημένε μου AfMarx, ευχαριστώ! Και… να σε χαιρόμαστε σήμερα :-)]

Στο διαδίκτυο, τα τελευταία 5 περίπου χρόνια που «κυκλοφορώ» σαν πασχαλίτσα, έχω συναντήσει πολλούς όμορφους ανθρώπους. Ένας απ’ αυτούς είναι ο κύριος Κώστας Κοτρώνης, που σε κάποιο σχόλιο που του έκανα (νομίζω ευχές για τα δικά του γενέθλια) μου χάρισε ένα διήγημα που δημοσίευσε στο περιοδικό «Κηρήθρες», την Άνοιξη του 2007. Και μιλάει για μια πασχαλίτσα που της αρέσει το διάβασμα και ο Μάλαμας! Παράξενη σύμπτωση, μια και μοιάζει σα να είναι λίγο γραμμένο «για μένα», χωρίς να με ξέρει!  Σκέφτηκα λοιπόν να το βάλω εδώ, να το μοιραστώ με τους φίλους μου. Και να πω ευχαριστώ ξανά.

Βρέθηκε να περπατά πάνω στο Σενάρια του Έρμαν Έσσε. Έψαχνε δρόμο. Μετά ξέφυγε στο βιβλίο της ανησυχίας του Πεσσόα και φτερούγισε στις τρεις σχεδίες του Τίτου Πατρίκιου. Από εκεί δεν έφυγε. Την έβλεπα, της άρεσε… Πήρα τον άνθρωπο καλαμπόκι και τον ακούμπησα δίπλα στον Πατρίκιο. Κοίταγε παράξενα. Ακαθόριστα. Λες και διάβασε τα Αμανίτα Μουσκάρια του Μεθενίτη.

Θυμήθηκα τον Παναγούλη που μες τη φυλακή έπαιζε ώρες με μια πασχαλίτσα. Κι ένα φίλο, που έλεγε ότι είναι κατάκτηση να βαριέσαι σ’ ένα άδειο δωμάτιο αλλά να ταξιδεύεις.

Άρχισα να της μιλάω. Έψαχνα τα μάτια της. Πήρα ένα μεγεθυντικό φακό και την είδα καλά. Κάτι μεγάλα πράσινα μάτια. Μου χαμογέλασε.
«Η αγάπη από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει, κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει.»
Όταν κοιτάς μια πασχαλίτσα, ξεχνάς τη μελαγχολία σου. Το κόκκινο είναι πολύ, το μαύρο λίγο. Ξεχάστηκα μαζί της, άρχισα να ονειροπολώ. Και φοβάμαι μην πετάξει και χαθεί.
Έκλεισα το ανοιχτό παράθυρο. Μεσημέρι καλοκαιριού. Πήρα την πανσιόν Εύα του Καμιλλέρι και της διάβασα το αρχικό τρίστιχο του Κλεμέντι «χρειάζεται καθημερινή άσκηση για να διασχίσεις το μακρύ δρόμο που οδηγεί στον Παρνασσό…» Μου φάνηκε ότι μούτρωσε και σκέφθηκα να βάλω μουσική. Μπορεί να μην την αρέσουν τα βιβλία και τυχαία να μπερδεύτηκε μέσα σ’ αυτά, νόμισα.
Ο Μάλαμας έλεγε τα δικά του «άμα δε λιώσουμε μαζί πώς θες να γίνουμ’ ένα».

 Πήγα στην κουζίνα να πάρω κρύο νερό να δροσιστούμε. Εγώ και η πασχαλίτσα. Γύρισα και την έψαχνα στη λάμπα, στις κουρτίνες, στα βιβλία, στους ατέλειωτους λογαριασμούς, στο Μετρονόμο που ήταν στο πάτωμα. Είχε χωθεί στη βλακεία του έρωτα ενός καλού γερμανού συγγραφέα. Τη βρήκα στη σελίδα 41. «Η Γιούντιθ κι εγώ κάνουμε που και που μικρές ανούσιες συζητήσεις που δεν μας αφήνουν αμφιβολία ότι είμαστε σε ευχάριστη διάθεση. Για παράδειγμα, προκύπτει το ερώτημα αν οι οδηγοί των τραμ που διασταυρώνονται θα έπρεπε να χαιρετιούνται ή όχι. Η Γιούντιθ πιστεύει ότι πρέπει να χαιρετιούνται, εγώ διαφωνώ, γιατί δεν είναι δυνατόν να χαιρετιούνται πενήντα ή εξήντα φορές την ημέρα. Αλλά δεν γίνεται και να κοιτάζουν κάθε φορά αλλού όταν διασταυρώνονται, λέει η Γιούντιθ. Δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα και χαιρόμαστε που δεν είμαστε οδηγοί τραμ». Σε μια πρόχειρη έρευνα που έκανα ανάμεσα σε φίλους μισές μισές ήταν οι απαντήσεις. Σε μερικά πράγματα δεν βρίσκεις άκρη, σκέφθηκα…



Πήρα το καπάκι απ’ το μπουκάλι, το γέμισα νερό και το άφησα δίπλα της να πιεί. Η πασχαλίτσα κολύμπησε μες το καπάκι. Ήξερε καλό κολύμπι! Σκέφθηκα ότι γι’ αυτή αυτό το λίγο νερό είναι θάλασσα.
Πήρα μια μικρή χελωνίτσα, την έχω χρόνια τώρα και την έβαλα δίπλα στην πασχαλίτσα. Δεν παρατήρησα καμία αντίδραση. Η καθεμιά στον κόσμο της. Πλήρης αδιαφορία.
Η πασχαλίτσα συνέχισε να διαβάζει τον γερμανό συγγραφέα κι εγώ έναν Έλληνα, τον Μαμαλούκα, τη χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα. Ανταλλάσσαμε ματιές, χαμόγελα, νιώθαμε οικεία. Αυτή διάβαζε τις σελίδες πιο γρήγορα από μένα. Εγώ διαβάζω αργά, σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι τους ήρωες του βιβλίου, άσε που μερικές φορές μπερδεύομαι και χάνομαι μαζί τους. Τέλος πάντων, τα βιβλία δεν είναι για κατανάλωση… Άσε την πασχαλίτσα να διαβάζει γρήγορα…
Πήγε τρεις το πρωί, την πρωτοείδα το μεσημέρι κι είναι σα να γνωριζόμαστε χρόνια. Απίθανο!

Πάμε μαζί διακοπές; Βουνό ή θάλασσα; Αυτή ήθελε βουνό, εγώ θάλασσα. Πήγαμε και βουνό και θάλασσα. Αυτή με έκανε να αγαπήσω το βουνό κι εγώ τη θάλασσα. Στη θάλασσα συναντήσαμε κι ένα γλάρο που μας κορόιδευε, επειδή αυτός μπορούσε να πετάει. Κάνω κι εγώ μια βουτιά στα βαθιά, του είπα να έρθει μαζί μου, αλλά σιγά… Τελικά με τον γλάρο γίναμε οι καλύτεροι φίλοι. Είναι ωραίο να νιώθεις ότι έχεις ένα γλάρο φίλο.
Μια μέρα η πασχαλίτσα με ρώτησε αν έχω απωθημένα. Δεν άντεξα, της το είπα. Τη χρονιά που πέρασε έγινε μια μαγική ποιητική βραδιά και ήταν να διαβάσω ένα ποίημα του Τίτου Πατρίκιου. Όμως ήταν τόσος ο κόσμος που κάποιοι δεν προλάβαμε.
Γράψ’ το, μου είπε. Δεν είναι καλά να ζεις ανεκπλήρωτα.
Αυτό θα κάνω.
Η ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΧΗ

Δε μένουν πολλά,
για νέα ποιήματα,
ίσως να έχουν όλα ειπωθεί,
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει μονάχα ο θάνατος
για τον καθένα μας
ανείπωτος.

Μένουν πολλά,
για νέα ποιήματα
κι ας έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει η υπόλοιπη ζωή
για τον καθένας μας
απρόβλεπτη κι ανείπωτη.
Τίτος Πατρίκιος: Η ηδονή των παραστάσεων

Καλημέρα 🙂

Και του χρόνου 😉 

Advertisements

10!

birthday-cake-3Πάντα, από πολύ μικρή, αγαπούσα τα παιδιά. Τα μικρότερα παιδιά. Έκανα παρέα μαζί τους, έπαιζα, τους τραγουδούσα,τους διάβαζα -και μεγαλώνοντας σκεφτόμουνα πώς θα ήταν να έχω δικά μου. Ήθελα πολλά –πέντε ή έξη, έλεγα– κι ένα μεγάλο σπίτι στην εξοχή. Με ζωάκια και λαχανικά, δέντρα και λουλούδια (να η εξήγηση της farmas, blueprints!;)).

Μεγαλώνοντας, δεν έκανα τίποτε από όλα αυτά (βέβαια, ποτέ δεν είναι αργά :p). Ζω στην πόλη -ευτυχώς στην «άκρη» της, αλλά πάλι πόλη είναι- σε ένα διαμέρισμα χωρίς καν κήπο. Κάνω (έκανα, μέχρι πριν λίγο καιρό) μια δουλειά που δεν έχει καμιά σχέση με όσα ονειρεύτηκα, κι έχω ένα μόνο παιδί -που κάνει για 10 πρέπει να ομολογήσω… Απ’ όλες τις απόψεις.

Αυτό το παιδί, που γεννήθηκε σαν σήμερα -τέτοια ώρα περίπου- πριν 10 χρόνια! Και κλασσικά αναρωτιέμαι πότε πέρασαν, πώς μεγάλωσε, πού θα φτάσει… Για την ώρα είναι ένα απίστευτο πιτσιρίκι, με γνώσεις, χιούμορ, άποψη. Είναι γλυκός, τρυφερός, απίστευτα δίκαιος, πεισματάρης, χαμογελαστός. Μαθαίνει να εκφράζεται, να βάζει σε σειρά τις σκέψεις και τα θέλω του, να «μιλάει» με μουσική και ζωγραφιές. Είναι και διάφορα άλλα, που δεν θα κάτσω να τα αραδιάσω εδώ -παιδί μου είναι, κουκουβάγια μαμά…

Όμως είναι σπουδαίο να συμπληρώνεις μια ολόκληρη δεκαετία, δεν είναι; Ο Άκης άρχισε να ξεφεύγει από το «παιδάκι», άρχισε να φαίνεται πια -και το απόγευμα θα σβήσει για πρώτη φορά διψήφιο αριθμό κεριών στην τούρτα. Αλλά, όπως μας δήλωσε, καθόλου δεν βιάζεται να μεγαλώσει -«μια χαρά είμαι κι έτσι μαμά!»

Figure 10 Birthday Cake with Chelsea Badge

Χρόνια σου Καλά, αγόρι μου-όμορφα, τρυφερά, γεμάτα, χαρούμενα και δυνατά. Κι εμείς, εδώ θα είμαστε -πλάι σου.

Δε βιάζομαι να μεγαλώσω Βαγγέλης Γερμανός, Βεατρίκη Κάντζολα-Σαμπατάκου/Τατιάνα Ζωγράφου

Καλημέρα 🙂

υγ1. Το ποστ ήταν να ανέβει στις 8:30 το πρωί, όπως γεννήθηκε ο Άκης. Αλλά -διακοπή της Δεή από το πρωί ως τώρα, άλλαξε τα σχέδια -πάλι καλά!
υγ2. Την τούρτα την διάλεξε μόνος του, ψάχνοντας στο google -είναι η αγαπημένη του αγγλική ομάδα 🙂

Σφεντόνα…


Σαράντα χρόνια έφηβος
κοντά μισό αιώνα
το καλοκαίρι άσπριζα,
μαύριζα τον χειμώνα.
Σαράντα χρόνια ανώριμος
ξεφτίλας Δον Κιχώτης.
Σαράντα χρόνια φρόνιμος,
σαράντα χρόνια πότης…
Γεννήθηκα σ’ ένα χωριό
Τετάρτη μεσημέρι.
Γιατρός δε με ξεπέταξε
μα μιας μαμής το χέρι.
οι συγγενείς μαζεύτηκαν
από νωρίς στο σπίτι:
Πώς είναι έτσι το παιδί
και τι μεγάλη μύτη!


Μα εγώ από τον ύπνο μου
την έκανα κοπάνα.
Τέντωνα τη σφεντόνα μου,
σημάδευα αεροπλάνα.
Και πάνω στο καλύτερο
με ξύπναγαν με βία
για να μ’ αποκοιμήσουνε
δασκάλοι στα θρανία.

Κι ενώ όλα τα θυμόμουνα
κι είχα μυαλό ξουράφι,
να μεγαλώσω ξέχασα
και έμεινα στο ράφι.
Έτσι για πάντα κράτησα
την παιδική μου εικόνα,
εκείνου του αλητάμπουρα
που κράταγε σφεντόνα.

Παλιέ μου φίλε, γνώριμε,
συμμαθητή, θαμώνα,
μαζί μου απόψε έφερα
εκείνη τη σφεντόνα.
Μην πάει ο νους σου στο κακό,
πουλιά δε θα χτυπήσω.
Με κότσυφες και πέρδικες
τι έχω να χωρίσω;

Τα παιδικά μας όνειρα
θα σας εκσφενδονίσω,
με χρώματα και μουσικές
θα σας τα τραγουδήσω.
Παλιέ μου φίλε, γνώριμε,
συμμαθητή, θαμώνα,
απόψε που βρεθήκαμε,
σου δίνω τη σφεντόνα.

Ο εικονιζόμενος «σφεντονιστής» βεβαίως δεν είναι 40 χρόνια έφηβος -είναι όμως έτοιμος να πατήσει το πρώτο σκαλί της εφηβείας. Και την προβλέπω «ζόρικη» -θα δείξει.

Η σφεντόνα είναι δώρο, της Ρούλας και του συντρόφου της -τη δοκιμάσαμε, λειτουργεί!!!  Κι ευχαριστούμε πολύ πολύ, για όλα.

Αφιερωμένο σ’ όλους σας -μα ξεχωριστά στους «σφεντονιστές» κάθε ηλικίας, στο Ρουλιώ και στο Φωτεινό Αστεράκι, που είναι το αγαπημένο της πρώτο τραγούδι.

Καλημέρα και σήμερα 🙂

καλό Σαββατοκύριακο!

234 ποστ+ 9644 σχόλια= 2 χρόνια :)

– Μαμά, τι κάνεις εκεί;
– Φτιάχνω ένα blog, αγάπη μου.
– Τι είναι αυτό;
– Είναι κάτι σαν ημερολόγιο. Γράφεις τις σκέψεις σου, τι σου συμβαίνει κάθε μέρα, τι θα ήθελες να μοιραστείς με τους άλλους ανθρώπους… ό,τι θες!
– Και γιατί δεν το γράφεις σε τετράδιο και το γράφεις στο κομπιούτερ;
– Γιατί θέλω να μπορούν να το διαβάζουν και άλλοι άνθρωποι.
– Και πως θα τα διαβάζουν όλοι αυτοί; Αφού τα γράφεις στο κομπιούτερ μας! Μόνο εγώ κι ο μπαμπάς μπορούμε να τα δούμε!
– Θα τα «ανεβάζω» στο Internet.
– Όπως αυτές οι σελίδες που βλέπω όταν ψάχνω για εικόνες και παιχνίδια;
– Περίπου. Δεν ξέρω αν θα βάζω παιχνίδια(!), αλλά εικόνες και φωτογραφίες σίγουρα θα μπορώ, μόλις μάθω……
– Καλά. Μπορείς να βάλεις και ζωγραφιές;
– Νομίζω πως μπορώ.
– Πάρε λοιπόν μια, να το στολίσεις!
Και, μόλις μάθω να ανεβάζω εικόνες, θα το στολίσω!!!


Αυτές (οι λιγότερες από 150) ήταν οι πρώτες λέξεις που έγραψα, πριν δυο χρόνια ακριβώς, εδώ «μέσα». Είναι σχεδόν κατά λέξη μεταφορά του διαλόγου που είχα με το γιο μου (που να ‘ξερα, και που να ‘ξερε τι μας περίμενε…) όταν είδε τι «σκάλιζα» στον υπολογιστή. Ήταν η πρώτη πετυχημένη απόπειρα να ανεβάσω κείμενο, αφού είχα δοκιμάσει νωρίτερα στον blogger και μου είχε φανεί πολύπλοκο! Και έτσι, με τον Άκη δίπλα μου (αφού και το όνομα του blog είναι το όνομά μου και το δικό του μαζί) ξεκίνησα.

Φυσικά, η γνωριμία μου με τα blog είχε γίνει πολύ νωρίτερα -διάβαζα και παρακολουθούσα σχεδόν έξη μήνες κάποια, μέχρι να πάρω το θάρρος να γράψω σχόλια. Και συνειδητοποίησα ότι δεν μου άρεσε να σχολιάζω «ανώνυμη». Ήθελα όπου μιλούσα να ξέρουν ποιά είμαι, τι είμαι, τι πιστεύω, τι μ’ αρέσει… Κάπως έτσι άρχισε. Και σιγά σιγά, μετά τις ζωγραφιές και τα νέα της ημέρας, άρχισα να γράφω πιο πολλά. Και να σχολιάζω -αυτό ήταν βασικά που μου άρεσε πάντα- και να ψάχνω και να μοιράζομαι ότι βρίσκω.

Και να επικοινωνώ. Στην αρχή εδώ, δειλά δειλά στο τηλέφωνο με κάποιους, ύστερα από κοντά… Κι έφτασα σήμερα, δυο χρόνια μετά, να λέω πως έχω φίλους στα blog. Φίλους αληθινούς, που μοιραστήκαμε χαρές (κι έχω ένα προαίσθημα ότι έρχονται κι άλλες), αγάπες, λύπες, ζόρια, αγωνίες, αρρώστιες, ακόμα και απώλειες αγαπημένων. Και σταθήκαμε εκεί δίπλα ο ένας στον άλλο, από κοντά ή από μακρυά, και γελάσαμε και κλάψαμε μαζί.Και χρωστάω πολλά ευχαριστώ, σε πολλούς. Σε όλους αυτούς που θα ήθελα να αφιερώσω τούτο το ποστ, σήμερα.

Δεν είμαι από τους ανθρώπους που «γράφω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου», «γράφω όπως αναπνέω», το γράψιμο για μένα δεν ήταν ποτέ «ανάγκη». Στην πραγματικότητα, ούτε ημερολόγιο δεν είχα ποτέ, ούτε έγραφα ποτέ κάτι πέρα από τις εργασίες του σχολείου… Και πώς κατάφερα εδώ να γράφω κατεβατά (η «αξία» των οποίων αμφισβητείται -κυρίως από μένα), ακόμα δεν το έχω καταλάβει. Αλλά έτσι κι αλλιώς, τις περισσότερες φορές προτιμώ να πω ότι θέλω με λόγια «δανικά». Με αγαπημένα τραγούδια, ποιήματα, ακόμα και με εικόνες. Κι έχω βάλει πολλά από τα αγαπημένα μου τόσο καιρό.

Για σήμερα λοιπόν, ένα πολύ αγαπημένο τραγούδι, από την πρώτη μέρα που το άκουσα. Και νομίζω μου ταιριάζει, και σε σας το ίδιο:

Ν’ αγαπάς, Παντελής Θαλασσινός (Νίκος Βελιώτης /Στης καρδιάς μου τ’ ανοιχτά, 2003)


Και μια κι εδώ είναι -για μένα τουλάχιστον- σαν παιδικό παιχνίδι, ορίστε ένα αγαπημένο:

Τυφλόμυγα, Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Άλκης Αλκαίος/Ουράνια Τόξα Κυνηγώ, 2009)

μια και…

Τα χρόνια πέρασαν περνάμε άλλη φάση
κι αν σε προσπέρασα δε σ’ έχω ξεπεράσει
όχι, δεν είναι η μοναξιά που με πειράζει
μόνο το βλέμμα ενός παιδιού που με κοιτάζει
πόσο σου μοιάζει, πόσο μου μοιάζει…

Και του χρόνου, λοιπόν. Να είμαστε καλά, εδώ ή αλλού -δεν έχει σημασία. Και να επικοινωνούμε 🙂

Καλημέρα, πάντα -ό,τι ώρα κι αν είναι 🙂

υγ. Γιώργη, και του χρόνου κι εσύ -μια και είσαι ο μοναδικός φίλος μου που έχουμε μαζί blogoγενέθλια! 🙂

*** Τούρτα (ψηφιακή, και την αληθινή από κοντά!)


Ευχαριστώ Λ. Παπάκη!

«Ωραία είσαι Άνοιξη, γιατί δε μας λυπάσαι…»

«Τσ’ άνοιξης το χαμόγελο με το δικό σου μοιάζει
κι όταν γελάς σα να θωρώ την εποχή ν’ αλλάζει…»

dsc01353Έστησ’ ο Έρωτας χορό με τον ξανθόν Aπρίλη, /Kι’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκιά της ώραλέει ο ποιητής. Και είναι στ’ αλήθεια σαν ξεκίνημα έρωτα κάθε φορά που έρχεται η Άνοιξη. Της ταιριάζει τόσο, άλλωστε -ξεκίνημα δεν είναι κι αυτός;

Την αγαπάω πολύ την άνοιξη, είναι φανερό μάλλον. Είναι η δική μου εποχή. Για χίλιους λόγους.

Γιατί είναι φωτεινή και χαρούμενη. dsc01356Γιατί μυρίζει τριαντάφυλλα, γαζία, βιολέτες, πασχαλιές και φρέζιες. Γιατί έχει γεύση από φράουλες, κεράσια και βερίκοκα. Γιατί έχει τα χρώματα του ουράνιου τόξου μετά από βροχούλα, του βρεγμένου γρασιδιού το έντονο πράσινο μετά από μπόρα, του ήλιου το χρυσαφένιο όταν φωτίζει η ανατολή, της παπαρούνας το φλογισμένο κόκκινο. Γιατί κάθε καινούρια άνοιξη γεμίζει ο ουρανός χελιδόνια και η γη λαμπερές πασχαλίτσες. Γιατί είναι υπέροχο να αγγίζεις το βρεγμένο χώμα, τα βελούδινα φύλλα των λουλουδιών, να σε ζεσταίνει σα να σε χαϊδεύει ο ήλιος και να ονειρεύεσαι τη θάλασσα. Γιατί… είναι Άνοιξη.

maypoleΑκόμα κι αν σε ζορίζει ώρες ώρες. Ακόμα κι αν δεν την αντέχεις εύκολα, ακόμα κι αν είναι ώρα για σκέψεις. Ακόμα κι αν χρειάζεται να κάνεις ξεκαθαρίσματα (από πέρσι τα παλεύω, ακόμα δεν γέμισα τα κουτάκια μου…). Ακόμα κι αν, έτσι ξαφνικά -ή λιγότερο ξαφνικά (αφού καιρό φαινότανε), αποφασίζεις να περπατήσεις μπροστά, να πας παραπέρα. Ακόμα κι αν υπάρχει ο κίνδυνος, καθώς η άνοιξη μπαίνει -μέρα μεσημέρι και φωτίζει τα πάντα, να σε κάνει να δεις κατάματα τις αλήθειες σου. Ακόμα κι αν σε προλάβει να είσαι λυπημένη, μόνη και μπερδεμένη. Ακόμα κι έτσι είναι υπέροχη, μαγική. Και κάνει ακριβώς ότι χρειάζεσαι, τελικά. Γιατί πώς να πας παρακάτω αν δεν κοιτάξεις και δεν ξεκαθαρίσεις και δεν αποφασίσεις τα «πίσω» σου; Κι αν δεν αφήσεις χώρο για το φως, πώς θα ‘ναι σα να μπαίνει Άνοιξη;

Πάντα νομίζω πως το μόνο που ήθελα ήταν η Άνοιξη. Κι ενώ ήταν μπροστά μου δεν την έβλεπα. Δεν ξέρω γιατί, δεν ξέρω πώς, αλλά μου τη χρωστούσε -η ζωή. Και άρχισε να έρχεται, δειλά ήρθε η πρώτη Άνοιξη, με πιο μεγάλα βήματα οι επόμενες. Και μου φαίνεται ότι θα την κρατήσω για πολύ -δε λέω για πάντα, μπορεί να περάσω και στο καλοκαίρι κάποτε… Αλλά για την ώρα,
Κόκκινο τριαντάφυλλο
Είσαι μες στην καρδιά μου
Την νύχτα γίνεσαι πληγή
Που τρώει τα σωθικά μου

Έρχεσαι πάντα πιο νωρίς
Κανείς δε σε γνωρίζει
άλλον τον κάνεις ν’ αγαπά
Κι άλλον να μη γυρίζει

Και δε σου φτάνουν όλ’ αυτά
Φεύγεις και δε θυμάσαι
Ωραία είσαι άνοιξη
Γιατί δεν μας λυπάσαι…


Να έχουμε όλοι μια υπέροχη, χαρούμενη και χαμογελαστή Άνοιξη.  Και πολλές πολλές ακόμα.  Και γεμάτες χαρούμενα, κατακόκκινα «ζούδια» -Χρόνια Καλά Δημητρούλι μου!

Καλημέρα!  🙂

**ναι, η επικεφαλίδα στο blog άλλαξε πάλι -μέχρι να γίνω γιαγιά θα την αλλάζω, κι ας με πειράζεις! :p

**εσένα σ’ ευχαριστώ που αλλάζεις πάντα το λινκ!  🙂

**τα λουλούδια είναι του κήπου μου, και τα τραγούδια -βεβαίως- αφιερωμένα… στην Άνοιξη ντε, τι ρωτάτε;

**και ναι, είναι πια σίγουρο: οι άνθρωποι που είναι γεννημένοι Άνοιξη είναι οι καλύτεροι, και δε σηκώνω κουβέντα! 😆

υγ. Τα κερ-άσματα της Άνοιξης, που είναι «κρυμμένα» στο κείμενο:

Τσ’ άνοιξης το χαμόγελο, Βασίλης Σκουλάς (Γιώργης Σταυρακάκης, Άνθη του Χρόνου 2007)

Ανοιξιάτικη Βροχούλα, Βαγγέλης Γερμανός (Τα μπαράκια 1981)

Ανοιξιάτικη μπόρα, Ορφέας Περίδης (Μιλτιάδης Μαλακάσης/Ορφέας Περίδης, Απ’ το παράθυρο κοιτώ 2004)

Με την καινούρια Άνοιξη, Βασίλης Σκουλάς(Γιώργος Σταυρακάκης/Βασίλης Σκουλάς, Σεριάνισμα στην Κρήτη 1980)

Δεν την αντέχεις εύκολα την Άνοιξη, Χάρις Αλεξίου (Ηλίας Κατσούλης/Νίκος Τάτσης, Εμφύλιος Έρωτας 1984)

Η άνοιξη, Άλκηστις Πρωτοψάλτη (Λίνα Νικολακοπούλου/Σταμάτης Κραουνάκης, Κυκλοφορώ κι οπλοφορώ 1985)

Άνοιξη μπαίνει μεσημέρι, Βασίλης Παπακωνσταντίνου (Οδυσσέας Ιωάννου/Θάνος Μικρούτσικος, Θάλασσα στη σκάλα 1999)

Αν με προλάβει η Άνοιξη, Χάρις Αλεξίου (Κώστας Χατζής, Η Αλεξίου τραγουδάει Χατζή 1991)

Άνοιξη, Σοφία Βόσσου (Ανδρέας Μικρούτσικος, Άνοιξη 1991)

Η πρώτη άνοιξη, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας, (Μίνωας Μάτσας, Ο μάγος της πόλης 1997)

Ωραία είσαι Άνοιξη, Γλυκερία-Δημήτρης Ζερβουδάκης (Θοδωρής Κοτωνιάς, Άνοιξη 2004)

…δώσε και μένα (κουλτούρα) μπάρμπα!*

prova2-1Όταν μου τηλεφώνησε η Ρούλα, να μου πει ότι τελικά θα έρθει στην Αθήνα ανάμεσα 21 και 30 Μάρτη, χάρηκα. Σκέφτηκα ότι θα «έπεφτε» στην αργία -άρα λίγο παραπάνω χρόνο, και στα γενέθλια του Τρομερού, και στις μέρες ποίησης… Θα φτιάχναμε ένα πρόγραμμα «πολιτιστικής» εβδομάδας, και με την ευκαιρία θα έβλεπα κι εγώ πράγματα που ήθελα καιρό και δεν πρόφταινα. Το Σάββατο το απόγευμα, λοιπόν, μέσα σε βροχή-καταρράκτη, την παρέλαβα από το λεωφορείο, και πήγαμε αμέσως στο Μουσείο Μπενάκη, στην παράσταση που έστησαν με έργα του Γιάννη Ρίτσου τα παιδιά από το 10° Λύκειο Πειραιά και το 6° Λύκειο Καλλιθέας, με την βοήθεια και την ενθάρρυνση των καθηγητών τους και της Αγγελικής. Είχε ήδη αρχίσει, κι έτσι σταθήκαμε στην πόρτα της αίθουσας -ήταν εντελώς γεμάτο το θέατρο, από ανθρώπους που συγκινημένοι παρακολουθούσαν. Είδαμε κάποιους να βγαίνουν με μάτια γεμάτα δάκρυα και ψυχές καθαρές. Είδαμε το φύλακα του μουσείου να τραγουδάει μαζί μας «Λοιπόν παιδιά μου συλλογιέμαι τώρα…«, δυνατά και χαρούμενα.

Είδαμε το Μανόλη Γλέζο να φεύγει, στο τέλος της παράστασης φανερά συγκινημένος. Είδαμε όμορφες φάτσες παιδιών, που μπορείτε να διαβάσετε τις περιγραφές τους εδώ, εδώ, εδώ κι εδώ, κι ακόμα εδώ κι εδώ-και να δείτε φωτογραφίες και βίντεο. Ήταν στ’ αλήθεια υπέροχο, απ’ αυτές τις παραστάσεις που δε θες να χάνεις.  Είμαι σίγουρη πως όσα παιδιά πήραν μέρος δεν θα το ξεχάσουν ποτέ. Και τους αξίζει ένα πολύ μεγάλο μπράβο, ξανά και ξανά. Αφού τέλειωσε, κι αφού φάγαμε κάτι πρόχειρο στη «σκιά» του Γέρου του Μοριά, είπαμε με το Ρουλιώ να κάτσουμε κάπου να πούμε τα νέα μας.dsc01020 Ήρθε στο τρένο και η γνωστή-άγνωστη ποδηλάτησα Coco – σιγά που θα έλειπε από τα Εξάρχεια! Καλά περάσαμε, γελάσαμε -και στο τέλος γυρνούσαμε τα τετράγωνα να βρούμε το αυτοκίνητο. Το καλύτερο φυσικά ήταν στην επιστροφή: κάναμε 1 ώρα να αλλάξουμε σελίδα στο χάρτη… (πρέπει να πάρω navigator, άμεσα! :p)

Την Κυριακή ήταν στο πρόγραμμα «βραδιά ποίησης» στον Ιανό, στη Σταδίου. Έφτασα πρώτη στις 5:30 μμ και βρήκα γύρω στα 50 άτομα έξω από την κλειστή πόρτα του βιβλιο-καφέ. Έπιασα θέση στην ουρά -σοφά, όπως αποδείχθηκε- και περίμενα. Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται: η Coco με τη Foufou, η Ρίτσα μας, το Ρουλιώ, το Αλεφάκι μας με την υπέροχη Νεφέλη και το τρομερό τσαντάκι-φράουλα, ο Γιάννης Θηβαίος και φυσικά πολύς κόσμος -γνωστός και άγνωστος. Μπήκαμε, πιάσαμε τραπέζι (με το γνωστό «νατασσάκιο θράσος», ευτυχώς) και ήρθαν και οι υπόλοιποι: η Meniek με τον Μ. (που του χρωστάμε, αφού το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς ήταν στριμωγμένος ανάμεσά μας χωρίς να πει κουβέντα -ήρωας!), η Θαλασσινούλα με τo Κατερινάκι, και διάφοροι «αναγνωρίσιμοι» : Ο Παρασκευάς Καρασούλος, που διάβασε ένα υπέροχο ποίημα του Γαστόν Μπακέρο –του οποίου το βιβλίο θα πάω πάραυτα να αγοράσω-, ο Άρης Δαβαράκης με Καβάφη, η Ελένη-alef μας με Μπόρχες, ο εξαιρετικός Κωνσταντίνος Τζούμας, ο Ευγένιος Τριβιζάς με ένα όμορφο παιδικό ποίημα του A. A. Milne για ένα muscardin που κοιμάται σε ένα παρτέρι με λουλούδια… Είδαμε και το φίλο μας τον Έκτορα, λυπάμαι που δεν κατάφερα να ακούσω την κυρία Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ -μα την άφησαν στο τέλος, ήταν ήδη περασμένες 12! Ακούσαμε όμως μελοποιημένα ποιήματα -Καββαδία φυσικά, μα και Καβάφη, Γκάτσο και του αγαπημένου μου καθηγητή Αργύρη Βεργόπουλου.

Δευτέρα -αργία, να πάρουμε ανάσα. Την Τρίτη ψώνια –και σε παιχνιδάδικο, και με τον ΑστερΆκη– και καφέ (η Ρούλα και ο ΑστερΆκης έκαναν τις απίστευτες γκριμάτσες μεταξύ τους!). Και την Τετάρτη το πρωί, αφού δεν πήγαμε στην παρέλαση αλλά αποχαιρετήσαμε στο σταθμό το φίλο μας με τα κορίτσια του –και τα τρία είναι υπέροχα, τυχερέ!– είχαμε να πάμε στα γενέθλια του Τρομερού Υιού της mammadsc01182Ξεκινήσαμε από το σπίτι με βροχή, και στην πορεία εμφανίστηκε το πιο όμορφο ουράνιο τόξο που έχω δει ποτέ μου.  Ο Παύλος έσβησε 4 κεράκια πάνω στη σοκολατένια τούρτα του, ήπιε σαμπάνια, έπαιξε μαζί με το Σοζωρή και τους υπόλοιπους φίλους του –χωρίς να ακουστεί κιχ– και όλοι ζωγράφισαν (κι εμείς, σαν παιδιά) κούπες, που η φίλη της mamma θα υαλώσει και θα μας επιστρέψει. Ήταν ένα σπουδαίο πάρτυ, περάσαμε τόσο καλά που δεν μας πείραζε την άλλη μέρα η μυρωδιά της σκορδαλιάς με καρύδια… (κι από δω ευχαριστώ, μαμά της mamma -και του χρόνου! 😉  )

Την Πέμπτη το βράδυ είχαμε συμφωνήσει με τη Ρούλα να πάμε θέατρο -σ’ ένα έργο που θέλαμε κι οι δυο πολύ να δούμε: «Το θαύμα της Άννυ Σάλιβαν«.  Απ’ όσα είχαμε ακούσει και διαβάσει, περιμέναμε να είναι μια -τουλάχιστον- ενδιαφέρουσα παράσταση, ήταν όμως πολύ περισσότερα. Είχα χρόνια να κλάψω τόσο στο θέατρο, ίσως γιατί η ιστορία είναι αληθινή, ίσως γιατί ό,τι έχει να κάνει με παιδιά με «ακουμπάει» πιο πολύ… Σίγουρα γιατί οι ερμηνείες ήταν εξαιρετικές, ειδικά από τις δυο πρωταγωνίστριες (μια τόση δα ένσταση έχω μόνο, για τα παιδάκια που παίζουν :καθημερινή βράδυ, με τι κουράγιο πάνε μετά στο σχολείο… Αλλά για το συγκεκριμένο έργο, θεωρώ ότι άξιζε τον κόπο. Σίγουρα τα κοριτσάκια έμαθαν πολλά). Με λίγα, πολύ λίγα λόγια, μιλά για την ιστορία της Έλεν, που στους πρώτους μήνες της ζωής της έμεινε κουφή και τυφλή -και μέχρι τα 5-6 χρόνια της μεταμορφώθηκε σε ένα αγρίμι που επικοινωνούσε με κλωτσιές και κραυγές με τους δικούς της. Κι εκείνοι, από αγάπη, την άφηναν να κάνει ότι θέλει, αντιμετωπίζοντάς την «σαν αβγό»  που από στιγμή σε στιγμή θα σπάσει. Εκεί έρχεται η Αννυ, η Δασκάλα -για να μάθει και στην Έλεν και στην οικογένειά της ότι «η αγάπη είναι το πρώτο σκαλί, αλλά μόνη της δεν φτάνει. Γιατί γίνεται οίκτος και συμπόνια, και δεν βοηθάει…» . Φύγαμε με δάκρυα στα μάτια, και το συζητούσαμε για πολλή ώρα μετά. Και ακόμα. Και νομίζω πως κάτι μας άφησε, τροφή για σκέψεις.

Την Παρασκευή ήταν να πάμε να δούμε θεατρική παράσταση στο Μορφωτικό Κέντρο της Πρεσβείας της Αιγύπτου στην Αθήνα, με την abthha – όμως εγώ δεν τα κατάφερα, ας όψεται η προπόνηση του Άκη που κράτησε περισσότερο από όσο περίμενα. Έμαθα ότι όσοι πήγαν πέρασαν πολύ καλά, όμως -και ελπίζω να τα καταφέρω την επόμενη φορά. Αλλά οι Παρασκευές μας είναι δύσκολες μέρες…

Το Σάββατο όμως, δεν είχα κανένα πρόβλημα. Και με τη Ρούλα σκεφτήκαμε ότι μας χρειαζόταν γέλιο. Είδαμε το «Απόψε τρώμε στης Ιοκάστης«, και πραγματικά γελάσαμε πολύ. Δεν είναι από τα έργα που σε κάνουν να σκεφτείς, δεν σου «αφήνει» πολλά πράγματα -αλλά στ’ αλήθεια δεν χρειάζεται πάντα αυτό. Είχε πολύ καλές ατάκες, αναγνωρίσιμους χαρακτήρες, και η Σοφία Φιλιππίδου είναι από τις ηθοποιούς που συμπαθώ -άσε που ταυτίστηκα με τον –Εσθονό, όχι Ρώσο- μπάτλερ που  είναι παντού και ξέρει σχεδόν τα πάντα -εξαιρετική η ερμηνεία του Δαδακαρίδη, νομίζω ξεχωρίζει. Διασκεδάσαμε, πραγματικά. Και μετά κάτσαμε στου Zonar’sdsc012531για ένα καφέ και γλυκό -και πολύ πολύ κουβέντα. Πετύχαμε και την «ώρα της γης» -έσβησαν μερικά από τα εσωτερικά φώτα στο καφέ, κανένα από τα φώτα του δρόμου… Και είπαμε να τελειώσουμε τημέρα μας με τσίπουρα και μεζέδες -σε ένα μικρό ταβερνάκι στον Κεραμεικό, εξαιρετικό, το σημείωσα να ξαναπάμε!

dsc01269Εκείνο όμως που σημειώσαμε όλοι μας, να ΜΗΝ ξαναπάμε, είναι το «Περιβόλι τ’ Ουρανού«. Ευτυχώς που ήμασταν ωραία παρέα, και περάσαμε καλά και καταφέραμε να διασκεδάσουμε, όπως θα δείτε στον Island, στην Coco, στη mamma, στο Ρουλιώ και -κυρίως- στη Meniek. Και δεν έχουμε παράπονα από το πρόγραμμα -ήταν καλό, και κάναμε κέφι και χορέψαμε και τραγουδήσαμε. Αλλά είναι άδικο να σβήνουν τις καλές εντυπώσεις της μουσικής ψυχαγωγίας με ακριβοπληρωμένο και μέτριο -έως κακό- φαγητό, και τίποτε άλλο εξαιρετικό που να δικαιολογεί τις τιμές τους.

Όσο για μας, περάσαμε όμορφα είπαμε -Ρουλιώ, ελπίζω κι εσύ. Κι ευχαριστούμε.

υγ1 . Το ξέρω ότι πέρασαν πολλές μέρες για να ανεβάσω το κείμενο, μα ήμουν «πνιγμένη» -είναι μερικές μέρες που δεν μπορείς να πάρεις ανάσα, άσε που είναι πια και έξω Άνοιξη…  😉

υγ2. Είμαι καλά, σας βεβαιώνω -ίσως καλύτερα από πολλές άλλες περιόδους στη ζωή μου. Αλλά δεν έχω χρόνο πολύ, γι’ αυτό χάθηκα από κείμενα και σχόλια -κι ας με κάρφωσε η Coco ότι «τρυγυρνάω» στα φεισμπούκια. Εκεί όμως είναι πιο απλά τα πράγματα, δεν θέλει χρόνο πολύ -κάνεις μερικές χαζομάρες, βλέπεις από τα σχόλια ότι οι φίλοι είναι καλά, και δεν χρειάζεται ούτε καν να σκεφτείς -«κάψιμο», σας λέω! :p

* υγ3. Ο τίτλος είναι κλεμμένος από -ως συνήθως- τον AfMarx. Είναι η φράση που αναφώνησε όταν του περιέγραψα πού πήγαμε και πώς περάσαμε με το Ρουλιώ, τς! (ζηλιάρη!!! :p)

Το τραγούδι, τώρα: Δεν έχει σχέση με τα παραπάνω, αλλά το ήθελα εδώ. Είναι του Σταμάτη Μεσημέρη, που έφυγε νωρίς -κι αυτός… Και είναι πολύ πικρό να πρέπει να αποχαιρετάς ανθρώπους που γνώρισες κι αγάπησες -και μέσα από τη δουλειά τους σου άφησαν σημάδια. Το τραγούδι είναι από το δίσκο «Καύτρα«, που κυκλοφόρησε το 2008 με το συγκρότημα Αλχιμηστές. Και είναι ένα από αυτά που αγάπησα με το πρώτο άκουσμα -και πώς αλλιώς, αφού…

Όταν φυσάει αγάπη δε φτουράνε κατά λάθος λάθη
για μοίραζε το τόπι μη παραφερθώ·
όταν φυσάει αγάπη βάλε τον εγωισμό στην άκρη
τραβήξου απ’ τη σκανδάλη σε περιφρονώ…

κι όταν φυσάει Αγάπη, δε μπορεί -οι άνθρωποι δεν χάνονται…

Καλημέρα 🙂

(Βραδυ) του Σαββάτου, και της Κυριακής…

Είναι παράξενη μέρα το Σάββατο. Και δουλεύεις, και δεν δουλεύεις. Και τρέχεις, και δεν τρέχεις. Και σ’ αρέσει, και δε σ’ αρέσει… Κι όσο περνάει η μέρα, που είναι διαφορετική και τόσο ίδια με τις άλλες, τόσο κάτι παράξενο νιώθεις. Γιατί όσο είναι νωρίς, σε «παίρνουν» οι δουλειές, οι σκοτούρες της μέρας, η φασίνα, τα ψώνια, άντε να βρεις χρόνο και για κανένα καφέ ή -ακόμα καλύτερα- ένα (και δύο, και περισσότερα… ) τσίπουρα με κανένα καλό φίλο. Αλλά όσο βραδιάζει, αν πρέπει να μείνεις σπίτι;

Το «χάζεμα στην τηλεόραση» το έχεις κόψει, πάει πολύς καιρός πια. Και ευτυχώς. Όσο σκέφτεσαι τις χαμένες ώρες μπροστά της, όσο μετράς την κουταμάρα που -γενικά- σερβίρει τα τελευταία χρόνια, τόσο λες ξανά «ευτυχώς». Και τσεκάρεις προσεκτικά το πρόγραμμα, μήπως έχει κάτι ενδιαφέρον -αλλιώς το κουμπί μένει κλειστό. Άντε να δουν οι άντρες αθλητικά, το πολύ πολύ.

Το διαδίκτυο είναι καλή λύση, αν και τελευταία κι αυτό «σε κούρασε». Διαβάζεις κι εδώ τόσα πολλά, και προσπαθείς να μην αναρωτιέσαι τι είναι αληθινό και τι όχι -κι ο αγαπημένος γούγλης δεν βοηθάει πάντα… Γιατί, τόσα χρόνια που «βολτάρεις» εδώ μέσα, είδαν πολλά τα μάτια σου. Και όση καλή διάθεση κι αν έχεις, με όσο ανοιχτή καρδιά κι αν ξεκινάς, μετά από κάμποσες «σφαλιάρες» αρχίζεις και κουμπώνεσαι. Και είναι και το χάζεμα στα «κοινωνικά δίκτυα» -τι καινούριο κάψιμο κυττάρων κι αυτό! Κολλάς που και που -βοηθάει να αδειάσει το μυαλό, να κάνεις χαζάδες, να μη σκέφτεσαι. Και βλέπεις τι κάνουν και οι φίλοι, κι ανησυχείς λιγότερο…

Ένα βιβλίο; Καλή ιδέα, αν σκεφτείς ότι η στοίβα με τα αδιάβαστα έφτασε πάλι στο ταβάνι… Και μουσική, μαζί -μεγάλη εφεύρεση το mp3! Και άντε να διαλέξεις βιβλίο, εύκολο είναι ·από τα 4-5 που διαβάζεις ταυτόχρονα, πάντα ένα σε χαλαρώνει. Ή έχεις την «εύκολη» λύση των αγαπημένων, που δεν χρειάζεται σχεδόν να τα διαβάσεις πια, αλλά συχνά ξαναγυρνάς. Σε ταξιδεύουν με ασφάλεια.

Στ’ αυτιά τα ακουστικά -το παιδί κοιμάται. Να διαλέξεις μουσική. Χμμ..  Σαββατόβραδο, σχεδόν μεσάνυχτα. Τι θα ήθελες να ακούσεις;

Και πού θα ήθελες να είσαι; Μήπως αλλού; Σε άλλο μέρος, σε άλλη πόλη, με άλλους ανθρώπους παρέα; Σκέφτεσαι άλλα Σαββατόβραδα, παλιά -χωρίς παιδί, χωρίς τόσες έγνοιες, και σίγουρα με λιγότερα χρόνια στην πλάτη. Πόσο εύκολο ήταν να βρεθείς έξω μέχρι το ξημέρωμα! Τώρα και να το κάνεις, την άλλη μέρα είσαι χάλια! Γερνάμε;

Μπα… απλά αλλάζουν οι αντοχές μας, και τα γούστα μας. Τώρα πια δεν είναι απαραίτητο να βγεις έξω για να περάσεις καλά. Και στην ταράτσα να ανέβεις, βλέπεις από ψηλά την πόλη. Τα φώτα της, τα χρώματά της, τους καπνούς της… Ακούς στην ησυχία της νύχτας, μυρίζεις τις μυρωδιές της. Και βγάζεις φωτογραφίες. Και φτιάχνεις με το μυαλό ιστορίες γι’ αυτούς που ζουν πίσω από τα φωτισμένα παράθυρα, γι’ αυτούς που βλέπεις να κινούνται με τα αυτοκίνητα στους δρόμους.

ή πάιρνεις το αυτοκίνητο -αν δε βρέχει ή δεν κάνει πολύ κρύο- και ανεβαίνεις στο βουνό. Και βλέπεις πιο καθαρά από κει. Μπορείς να δεις τον ουρανό αν δεν έχει σύννεφα -μπορείς να ξεχωρίσεις τ’ αστέρια. Μπορείς να ονειρευτείς ότι είσαι εσύ η πόλη…

και καμιά φορά, μπορεί να μην έχεις ύπνο. Και να σε βρει το ξημέρωμα να κοιτάς, να ακούς, να σκέφτεσαι και να ονειρεύεσαι. Και να δεις τον ήλιο να προβάλει, αργά, πορτοκαλένιος. Και να σκορπίζει την αχλή που σκέπαζε το βράδυ την πόλη, σαν καπνό τσιγάρου που το φυσάς να φύγει -ποτέ δεν τον άντεξες..!

Καλημέρα 🙂

Καλή Κυριακή

υγ 1 :Τα τραγούδια (γιατί, τι τέλος της μουσικής εβδομάδας θα ήταν, χωρίς) :

υγ 2 : Αφιερωμένα -για διαφορετικούς λόγους στην καθεμιά: Στη Meniek, στην Orelia, στην anepidoti,  στο Ρουλιώ και στη Ρίτσα 🙂