«μια εφηβεία επιεικής, που γίνεται 40…»

Και να, που έφτασε κι αυτό… Σαράντα, στρογγυλά -μ’ άρεσαν πάντα οι «στρογγυλοί» αριθμοί. Στα σαράντα χρόνια που πέρασαν, λοιπόν, νομίζω πως έχω να μετράω θετικά. Όμορφες αναμνήσεις, γλυκές στιγμές -αυτές είναι οι περισσότερες.
Φέτος τα γενέθλιά μου είναι μαζί με τη γιορτή του Άη Γιώργη. Με όσους «γνωριζόμαστε» από παλιά, μπορεί και να θυμάστε ότι με τον Άη Γιώργη έχω μεγάλες αγάπες -στις παιδικές μου αναμνήσεις έχει καταγραφεί σαν «η τελευταία στάση πριν τον Παράδεισο». Όπου Παράδεισος ήταν το χωριό στην Κρήτη, για τις καλοκαιρινές διακοπές. Και είχα πάντα πολλούς αγαπημένους Γιώργηδες: θείους, ο αγαπημένος ξάδερφος, ο πρώτος μου φίλος στο σχολείο, ο αγαπημένος μου Δάσκαλος, και μετά υπέροχοι φίλοι, κάνουν το όνομα ακόμα πιο αγαπημένο. Θεώρησα καλό σημάδι, λοιπόν, τη φετινή σύμπτωση. Και σβήνω τα σαράντα κεράκια μου, και κάνω ευχή: Να είναι καλά όσοι αγαπάω, να αντέχουν -και να αντέχω.

[αγαπημένε μου AfMarx, ευχαριστώ! Και… να σε χαιρόμαστε σήμερα :-)]

Στο διαδίκτυο, τα τελευταία 5 περίπου χρόνια που «κυκλοφορώ» σαν πασχαλίτσα, έχω συναντήσει πολλούς όμορφους ανθρώπους. Ένας απ’ αυτούς είναι ο κύριος Κώστας Κοτρώνης, που σε κάποιο σχόλιο που του έκανα (νομίζω ευχές για τα δικά του γενέθλια) μου χάρισε ένα διήγημα που δημοσίευσε στο περιοδικό «Κηρήθρες», την Άνοιξη του 2007. Και μιλάει για μια πασχαλίτσα που της αρέσει το διάβασμα και ο Μάλαμας! Παράξενη σύμπτωση, μια και μοιάζει σα να είναι λίγο γραμμένο «για μένα», χωρίς να με ξέρει!  Σκέφτηκα λοιπόν να το βάλω εδώ, να το μοιραστώ με τους φίλους μου. Και να πω ευχαριστώ ξανά.

Βρέθηκε να περπατά πάνω στο Σενάρια του Έρμαν Έσσε. Έψαχνε δρόμο. Μετά ξέφυγε στο βιβλίο της ανησυχίας του Πεσσόα και φτερούγισε στις τρεις σχεδίες του Τίτου Πατρίκιου. Από εκεί δεν έφυγε. Την έβλεπα, της άρεσε… Πήρα τον άνθρωπο καλαμπόκι και τον ακούμπησα δίπλα στον Πατρίκιο. Κοίταγε παράξενα. Ακαθόριστα. Λες και διάβασε τα Αμανίτα Μουσκάρια του Μεθενίτη.

Θυμήθηκα τον Παναγούλη που μες τη φυλακή έπαιζε ώρες με μια πασχαλίτσα. Κι ένα φίλο, που έλεγε ότι είναι κατάκτηση να βαριέσαι σ’ ένα άδειο δωμάτιο αλλά να ταξιδεύεις.

Άρχισα να της μιλάω. Έψαχνα τα μάτια της. Πήρα ένα μεγεθυντικό φακό και την είδα καλά. Κάτι μεγάλα πράσινα μάτια. Μου χαμογέλασε.
«Η αγάπη από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει, κι από τα χείλη στην καρδιά ριζώνει και δεν βγαίνει.»
Όταν κοιτάς μια πασχαλίτσα, ξεχνάς τη μελαγχολία σου. Το κόκκινο είναι πολύ, το μαύρο λίγο. Ξεχάστηκα μαζί της, άρχισα να ονειροπολώ. Και φοβάμαι μην πετάξει και χαθεί.
Έκλεισα το ανοιχτό παράθυρο. Μεσημέρι καλοκαιριού. Πήρα την πανσιόν Εύα του Καμιλλέρι και της διάβασα το αρχικό τρίστιχο του Κλεμέντι «χρειάζεται καθημερινή άσκηση για να διασχίσεις το μακρύ δρόμο που οδηγεί στον Παρνασσό…» Μου φάνηκε ότι μούτρωσε και σκέφθηκα να βάλω μουσική. Μπορεί να μην την αρέσουν τα βιβλία και τυχαία να μπερδεύτηκε μέσα σ’ αυτά, νόμισα.
Ο Μάλαμας έλεγε τα δικά του «άμα δε λιώσουμε μαζί πώς θες να γίνουμ’ ένα».

 Πήγα στην κουζίνα να πάρω κρύο νερό να δροσιστούμε. Εγώ και η πασχαλίτσα. Γύρισα και την έψαχνα στη λάμπα, στις κουρτίνες, στα βιβλία, στους ατέλειωτους λογαριασμούς, στο Μετρονόμο που ήταν στο πάτωμα. Είχε χωθεί στη βλακεία του έρωτα ενός καλού γερμανού συγγραφέα. Τη βρήκα στη σελίδα 41. «Η Γιούντιθ κι εγώ κάνουμε που και που μικρές ανούσιες συζητήσεις που δεν μας αφήνουν αμφιβολία ότι είμαστε σε ευχάριστη διάθεση. Για παράδειγμα, προκύπτει το ερώτημα αν οι οδηγοί των τραμ που διασταυρώνονται θα έπρεπε να χαιρετιούνται ή όχι. Η Γιούντιθ πιστεύει ότι πρέπει να χαιρετιούνται, εγώ διαφωνώ, γιατί δεν είναι δυνατόν να χαιρετιούνται πενήντα ή εξήντα φορές την ημέρα. Αλλά δεν γίνεται και να κοιτάζουν κάθε φορά αλλού όταν διασταυρώνονται, λέει η Γιούντιθ. Δεν μπορούμε να λύσουμε το πρόβλημα και χαιρόμαστε που δεν είμαστε οδηγοί τραμ». Σε μια πρόχειρη έρευνα που έκανα ανάμεσα σε φίλους μισές μισές ήταν οι απαντήσεις. Σε μερικά πράγματα δεν βρίσκεις άκρη, σκέφθηκα…



Πήρα το καπάκι απ’ το μπουκάλι, το γέμισα νερό και το άφησα δίπλα της να πιεί. Η πασχαλίτσα κολύμπησε μες το καπάκι. Ήξερε καλό κολύμπι! Σκέφθηκα ότι γι’ αυτή αυτό το λίγο νερό είναι θάλασσα.
Πήρα μια μικρή χελωνίτσα, την έχω χρόνια τώρα και την έβαλα δίπλα στην πασχαλίτσα. Δεν παρατήρησα καμία αντίδραση. Η καθεμιά στον κόσμο της. Πλήρης αδιαφορία.
Η πασχαλίτσα συνέχισε να διαβάζει τον γερμανό συγγραφέα κι εγώ έναν Έλληνα, τον Μαμαλούκα, τη χαμένη βιβλιοθήκη του Δημητρίου Μόστρα. Ανταλλάσσαμε ματιές, χαμόγελα, νιώθαμε οικεία. Αυτή διάβαζε τις σελίδες πιο γρήγορα από μένα. Εγώ διαβάζω αργά, σκέφτομαι και ξανασκέφτομαι τους ήρωες του βιβλίου, άσε που μερικές φορές μπερδεύομαι και χάνομαι μαζί τους. Τέλος πάντων, τα βιβλία δεν είναι για κατανάλωση… Άσε την πασχαλίτσα να διαβάζει γρήγορα…
Πήγε τρεις το πρωί, την πρωτοείδα το μεσημέρι κι είναι σα να γνωριζόμαστε χρόνια. Απίθανο!

Πάμε μαζί διακοπές; Βουνό ή θάλασσα; Αυτή ήθελε βουνό, εγώ θάλασσα. Πήγαμε και βουνό και θάλασσα. Αυτή με έκανε να αγαπήσω το βουνό κι εγώ τη θάλασσα. Στη θάλασσα συναντήσαμε κι ένα γλάρο που μας κορόιδευε, επειδή αυτός μπορούσε να πετάει. Κάνω κι εγώ μια βουτιά στα βαθιά, του είπα να έρθει μαζί μου, αλλά σιγά… Τελικά με τον γλάρο γίναμε οι καλύτεροι φίλοι. Είναι ωραίο να νιώθεις ότι έχεις ένα γλάρο φίλο.
Μια μέρα η πασχαλίτσα με ρώτησε αν έχω απωθημένα. Δεν άντεξα, της το είπα. Τη χρονιά που πέρασε έγινε μια μαγική ποιητική βραδιά και ήταν να διαβάσω ένα ποίημα του Τίτου Πατρίκιου. Όμως ήταν τόσος ο κόσμος που κάποιοι δεν προλάβαμε.
Γράψ’ το, μου είπε. Δεν είναι καλά να ζεις ανεκπλήρωτα.
Αυτό θα κάνω.
Η ΑΛΛΗ ΕΚΔΟΧΗ

Δε μένουν πολλά,
για νέα ποιήματα,
ίσως να έχουν όλα ειπωθεί,
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει μονάχα ο θάνατος
για τον καθένα μας
ανείπωτος.

Μένουν πολλά,
για νέα ποιήματα
κι ας έχουν όλα ειπωθεί
από χιλιάδες ποιητές
εδώ και χιλιάδες χρόνια.
Μένει η υπόλοιπη ζωή
για τον καθένας μας
απρόβλεπτη κι ανείπωτη.
Τίτος Πατρίκιος: Η ηδονή των παραστάσεων

Καλημέρα 🙂

Και του χρόνου 😉 

10!

birthday-cake-3Πάντα, από πολύ μικρή, αγαπούσα τα παιδιά. Τα μικρότερα παιδιά. Έκανα παρέα μαζί τους, έπαιζα, τους τραγουδούσα,τους διάβαζα -και μεγαλώνοντας σκεφτόμουνα πώς θα ήταν να έχω δικά μου. Ήθελα πολλά –πέντε ή έξη, έλεγα– κι ένα μεγάλο σπίτι στην εξοχή. Με ζωάκια και λαχανικά, δέντρα και λουλούδια (να η εξήγηση της farmas, blueprints!;)).

Μεγαλώνοντας, δεν έκανα τίποτε από όλα αυτά (βέβαια, ποτέ δεν είναι αργά :p). Ζω στην πόλη -ευτυχώς στην «άκρη» της, αλλά πάλι πόλη είναι- σε ένα διαμέρισμα χωρίς καν κήπο. Κάνω (έκανα, μέχρι πριν λίγο καιρό) μια δουλειά που δεν έχει καμιά σχέση με όσα ονειρεύτηκα, κι έχω ένα μόνο παιδί -που κάνει για 10 πρέπει να ομολογήσω… Απ’ όλες τις απόψεις.

Αυτό το παιδί, που γεννήθηκε σαν σήμερα -τέτοια ώρα περίπου- πριν 10 χρόνια! Και κλασσικά αναρωτιέμαι πότε πέρασαν, πώς μεγάλωσε, πού θα φτάσει… Για την ώρα είναι ένα απίστευτο πιτσιρίκι, με γνώσεις, χιούμορ, άποψη. Είναι γλυκός, τρυφερός, απίστευτα δίκαιος, πεισματάρης, χαμογελαστός. Μαθαίνει να εκφράζεται, να βάζει σε σειρά τις σκέψεις και τα θέλω του, να «μιλάει» με μουσική και ζωγραφιές. Είναι και διάφορα άλλα, που δεν θα κάτσω να τα αραδιάσω εδώ -παιδί μου είναι, κουκουβάγια μαμά…

Όμως είναι σπουδαίο να συμπληρώνεις μια ολόκληρη δεκαετία, δεν είναι; Ο Άκης άρχισε να ξεφεύγει από το «παιδάκι», άρχισε να φαίνεται πια -και το απόγευμα θα σβήσει για πρώτη φορά διψήφιο αριθμό κεριών στην τούρτα. Αλλά, όπως μας δήλωσε, καθόλου δεν βιάζεται να μεγαλώσει -«μια χαρά είμαι κι έτσι μαμά!»

Figure 10 Birthday Cake with Chelsea Badge

Χρόνια σου Καλά, αγόρι μου-όμορφα, τρυφερά, γεμάτα, χαρούμενα και δυνατά. Κι εμείς, εδώ θα είμαστε -πλάι σου.

Δε βιάζομαι να μεγαλώσω Βαγγέλης Γερμανός, Βεατρίκη Κάντζολα-Σαμπατάκου/Τατιάνα Ζωγράφου

Καλημέρα 🙂

υγ1. Το ποστ ήταν να ανέβει στις 8:30 το πρωί, όπως γεννήθηκε ο Άκης. Αλλά -διακοπή της Δεή από το πρωί ως τώρα, άλλαξε τα σχέδια -πάλι καλά!
υγ2. Την τούρτα την διάλεξε μόνος του, ψάχνοντας στο google -είναι η αγαπημένη του αγγλική ομάδα 🙂

Σφεντόνα…


Σαράντα χρόνια έφηβος
κοντά μισό αιώνα
το καλοκαίρι άσπριζα,
μαύριζα τον χειμώνα.
Σαράντα χρόνια ανώριμος
ξεφτίλας Δον Κιχώτης.
Σαράντα χρόνια φρόνιμος,
σαράντα χρόνια πότης…
Γεννήθηκα σ’ ένα χωριό
Τετάρτη μεσημέρι.
Γιατρός δε με ξεπέταξε
μα μιας μαμής το χέρι.
οι συγγενείς μαζεύτηκαν
από νωρίς στο σπίτι:
Πώς είναι έτσι το παιδί
και τι μεγάλη μύτη!


Μα εγώ από τον ύπνο μου
την έκανα κοπάνα.
Τέντωνα τη σφεντόνα μου,
σημάδευα αεροπλάνα.
Και πάνω στο καλύτερο
με ξύπναγαν με βία
για να μ’ αποκοιμήσουνε
δασκάλοι στα θρανία.

Κι ενώ όλα τα θυμόμουνα
κι είχα μυαλό ξουράφι,
να μεγαλώσω ξέχασα
και έμεινα στο ράφι.
Έτσι για πάντα κράτησα
την παιδική μου εικόνα,
εκείνου του αλητάμπουρα
που κράταγε σφεντόνα.

Παλιέ μου φίλε, γνώριμε,
συμμαθητή, θαμώνα,
μαζί μου απόψε έφερα
εκείνη τη σφεντόνα.
Μην πάει ο νους σου στο κακό,
πουλιά δε θα χτυπήσω.
Με κότσυφες και πέρδικες
τι έχω να χωρίσω;

Τα παιδικά μας όνειρα
θα σας εκσφενδονίσω,
με χρώματα και μουσικές
θα σας τα τραγουδήσω.
Παλιέ μου φίλε, γνώριμε,
συμμαθητή, θαμώνα,
απόψε που βρεθήκαμε,
σου δίνω τη σφεντόνα.

Ο εικονιζόμενος «σφεντονιστής» βεβαίως δεν είναι 40 χρόνια έφηβος -είναι όμως έτοιμος να πατήσει το πρώτο σκαλί της εφηβείας. Και την προβλέπω «ζόρικη» -θα δείξει.

Η σφεντόνα είναι δώρο, της Ρούλας και του συντρόφου της -τη δοκιμάσαμε, λειτουργεί!!!  Κι ευχαριστούμε πολύ πολύ, για όλα.

Αφιερωμένο σ’ όλους σας -μα ξεχωριστά στους «σφεντονιστές» κάθε ηλικίας, στο Ρουλιώ και στο Φωτεινό Αστεράκι, που είναι το αγαπημένο της πρώτο τραγούδι.

Καλημέρα και σήμερα 🙂

καλό Σαββατοκύριακο!