Με πέντε λέξεις και δυο φεγγάρια.

Η Αριάδνη χασμουρήθηκε. Τι βαρετή ομιλία! Είχε έρθει με το ζόρι —από υποχρέωση στον διοργανωτή— σ’ αυτό το σεμινάριο, και τώρα βαριόταν αφάνταστα. «Αποτελεσματική επικοινωνία και πωλήσεις», το θέμα. Πάντως ο ομιλητής έχει αποτύχει στην αποτελεσματική επικοινωνία, μουρμούρισε μέσα απ’ τα δόντια της.

Κοίταξε τριγύρω. Όλοι σε παρόμοια κατάσταση. Η διπλανή της μουτζούρωνε το ακριβό σημειωματάριο που τους είχαν δώσει, και ζωγράφιζε λουλουδάκια — σε Άνοιξη είναι κι αυτή, σκέφτηκε χαμογελώντας. Από την απέναντι μεριά ο Γιώργος της έγνεψε όταν ένιωσε το βλέμμα της. Αφού την κατάλαβε ενώ έπαιζε με αφοσίωση με το κινητό του, πάλι καλά! «Μα τι έρωτας κι αυτός, με την τεχνολογία», χαμογέλασε. «Ούτε λεπτό δεν το αφήνει! Και να πεις ότι κάνουν και τίποτα… αυτή η νέα γενιά, που βαδίζει;» Χαμογέλασε ξανά. Είχε περάσει τα 40, έδειχνε γύρω στα 30 και σκεφτόταν σαν 60άρα! Παράνοια. Αλλά έτσι ήταν πάντα, μεγάλη, πριν την ώρα της. Αυτό πλήρωνε, ακόμα. Τη χαμένη εφηβεία της.

Αυτό της τόνιζαν συχνά φίλοι, γνωστοί, ο άντρας της, οι κόρες της, ακόμα και το αφεντικό της. «Παλιμπαιδίζεις τελευταία» της είπε μετά την πρόσφατη σύσκεψη. «Μα γιατί; Επειδή δεν φοράω καθημερινά Σανέλ ταγέρ και δωδεκάποντα; Αφού δεν είναι βολικά, δεν θα μπορούσα να σταθώ! Και στην εταιρεία δεν έχουμε τόσο αυστηρό dress code», του είπε, έκπληκτη που ολόκληρο διευθυντή τον απασχολούσε η εμφάνισή της. «Αλλά όχι να φοράς και τζιν με αθλητικά! Ας είναι και φίρμες, ακριβά και καλοραμμένα — δεν παύουν να είναι ρούχα νεολαίας. Και δεν ταιριάζουν πια με την εικόνα σου!»

Στέλεχος σε παράρτημα μεγάλης πολυεθνικής, με καριέρα που ζήλευαν πολλοί από τους άντρες συναδέλφους της. Παρ’ όλο που ξεκίνησε αργά, αφού παντρεύτηκε (πολύ μικρή, ενώ σπούδαζε ακόμα) και γέννησε τα δυο κορίτσια της. Και τα είχε καταφέρει με την αξία της· τόσα χρόνια, κανείς δεν είχε μπορέσει να της πει κακή κουβέντα. Κανείς δεν αμφισβήτησε τις ικανότητες και τα προσόντα της, ούτε καν οι πιο αυστηροί “εχθροί” της. Η μόνη γυναίκα σε τόσο υψηλή θέση στην εταιρεία! Ίσως γι’ αυτό και το «αντρικό, νεανικό» ντύσιμο — δεν ήθελε να ξεχωρίζει.

Το χλιαρό χειροκρότημα στην αίθουσα την προσγείωσε. «Επιτέλους», της έγνεψε ο Γιώργος. «Πάμε για φαγητό; Πεινάω σα λύκος!». Εκείνη δεν πεινούσε, μα ήθελε να του κάνει παρέα. Ο Γιώργος ήταν ο πιο παλιός της φίλος στη δουλειά. Από τις πρώτες μέρες. Δίπλα δίπλα τα γραφεία τους τότε, διπλανά και τώρα –τα μεγέθη μόνο είχαν αλλάξει.

«Δεν θα έρθει η Δέσποινα;»
«Μπα, θα έχει γυρίσει ήδη στο σπίτι, ο μικρός δεν ήταν πολύ καλά το πρωί»
«Γιατί δεν πας κι εσύ, τότε;»
«Και να σ’ αφήσω γυρίσεις σπίτι σου μόνη;»
«Σιγά, δεν θα με φάνε οι αρκούδες!»
«Εσύ, θα με άφηνες μόνο μου;»

Εδώ η Αριάδνη δεν μπορούσε να απαντήσει “Ναι”. Δεν θα τον άφηνε ποτέ μόνο του. Πάνω από τις δικές της ανάγκες κι επιθυμίες, έβαζε πάντα αυτές των ανθρώπων που αγαπούσε. Μια ζωή έτσι, τώρα στα γεράματα θ’ αλλάξει; Και τον Γιώργο τον αγαπούσε. Ήταν ο πιο δικός της άνθρωπος. «Άντε, πάμε λοιπόν», της είπε ανυπόμονα.

Βγήκαν έξω. Είχε κιόλας σκοτεινιάσει. Οι δρόμοι στο κέντρο της πόλης ήταν φωτισμένοι, μ’ αυτά τα κιτρινιάρικα φώτα στις κολώνες. «Στη γειτονιά μου έχουν βάλει λάμπες χαμηλής κατανάλωσης», παρατήρησε. «Έχετε καλό δήμαρχο», της είπε ο Γιώργος χαμογελώντας. Πάλι στην πολιτική θα μου το γυρίσει, μουρμούρισε μέσα από τα δόντια της. Και, για να τον προλάβει: «Με βοηθάς να ανέβω στο πεζοδρόμιο;»

«Πού θέλεις να πάμε;»
«Στο συνηθισμένο εστιατόριο»
«Εντάξει, από δω…»
Δεν πρόφτασε να κάνει ένα βήμα, ακούστηκε το κινητό του.
«Ναι, μόλις βγήκαμε… Τι; Καλά, έρχομαι αμέσως!»

«Πρέπει να φύγω», της είπε. «Ο μικρός ανέβασε ξαφνικά πυρετό, και η Δέσποινα φοβάται ότι…»
«Ξέρω», τον έκοψε. Το πρώτο τους παιδί, το είχαν χάσει πριν από 3 χρόνια — έτσι ξεκίνησε, με έναν ξαφνικό πυρετό.
«Φύγε, θα τα καταφέρω. Φύγε, τρέχα σου λέω!»
Την κοίταξε, διστάζοντας ακόμα.
«Να σε πάω ως το αυτοκίνητο, τουλάχιστον…»
«Φύγε, είναι κοντά.»
Της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο — πάντα αυτή την κίνηση έκανε, για να την χαιρετήσει.
«Να μου τηλεφωνήσεις μόλις φτάσεις σπίτι, ναι;»
«Κι εσύ, αν πιο πριν έχεις νέα του παιδιού. Μην καθυστερείς άλλο. Και…»
«Ξέρω, να προσέχω»
«Ναι. Και να μου πεις αν χρειαστεί κάτι»
«Πάω. Θα τα πούμε»
«Να μου το φιλήσεις. Και… να προσέχεις!!!»
«Δεν αντέχεις αν δεν το πεις!» γέλασε, κι έφυγε με μεγάλα βήματα.

Έμεινε να τον παρατηρεί που απομακρυνόταν. Πάντα έτρεμε για τους άλλους. Έτσι την πάτησε εκείνη — για να μην χτυπήσει την άλλη κοπέλα το αυτοκίνητο… Ουφ, τι πας και θυμάσαι τώρα! είπε δυνατά. Ένας νεαρός, που περπατούσε δίπλα, σταμάτησε και την κοίταξε. «Είπατε κάτι;» ρώτησε ευγενικά. «Όχι, συγγνώμη. Στον εαυτό μου μιλούσα», του απάντησε με χαμόγελο.

Άρχισε να περπατάει αργά στο πεζοδρόμιο. Χάζεψε, καθώς περνούσε, τις βιτρίνες στα κλειστά —από ώρα— μαγαζιά. Ξαφνικά, μια πόρτα άνοιξε. Μια κυρία, με ένα αγοράκι στο ένα χέρι και σακούλες στο άλλο, βγήκε από ένα μαγαζί φωτισμένο. Μαζί τους, βγήκε και το τραγούδι από το ραδιόφωνο:

…κι άσε τις απειλές πως δήθεν θα υποφέρω
και να σκεφτείς ότι σαν σήμερα σε γνώρισα…

613476339l

Πόσα χρόνια είχε να το ακούσει αυτό το τραγούδι! Από τότε… Τα μάτια της έλαμψαν, καθώς θυμήθηκε τη σκηνή: Ένα ζευγάρι, όμορφο, ερωτευμένο, να χορεύει αγκαλιά στην πίστα. Κι από πάνω τους ένα φεγγάρι κίτρινο ν’ αστράφτει, καθώς ρίχνει τη λάμψη του στη θάλασσα… Το βλέμμα της σηκώθηκε ψηλά, στην ταμπέλα του μαγαζιού. Για δες τι μπορεί να σου θυμίσει ένα παλιό τραγούδι, από το ραδιόφωνο ενός μπακάλικου! Και…, πόσες του μηνός έχουμε σήμερα;

Άνοιξε την τσάντα της, πήρε το κινητό της και σχημάτισε έναν αριθμό.
«Αριάδνη!»
«Καλησπέρα, Δημήτρη!»
«Μόλις άγγιζα το τηλέφωνο να σε πάρω — είδα το ημερολόγιο…»
«Θυμάσαι;»
«Μπορώ να ξεχάσω;»
«Εγώ παραλίγο, πάντως. Πού είσαι;»
«Στο γραφείο, ακόμα»

Η πόρτα του μπακάλικου άνοιξε ξανά. Οι τελευταίοι στίχοι του τραγουδιού, ακούστηκαν:

Πώς να γλυτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο
πώς θες να αλλάξουμε ουρανό….
…τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια
που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό…

Η Αριάδνη σήκωσε τα μάτια της ξανά, πιο ψηλά αυτή τη φορά. Ανάμεσα στις πολυκατοικίες, ένα ολοστρόγγυλο κίτρινο φεγγάρι έφεγγε στον ουρανό.

Πανσεληνος...

Δίδυμα Φεγγάρια, Αλέκα Κανελλίδου & Δημήτρης Μητροπάνος –Κώστας Φασουλάς/Μάριος Τόκας (Δίδυμα φεγγάρια, 1993)

——————————————-

υγ1. Το κείμενο είναι -πολύ πολύ καθυστερημένη- απάντηση στην πρό(σ)κληση του Σωτήρη να «παίξω», με τις λέξεις: ομιλία, κατανάλωση, έρωτας, αφεντικό, μπακάλικο. Το μόνο που έκανα εγώ είναι να προσπαθήσω -όσο μπορούσα-  να τις «δέσω», και να κολλήσω και ένα από τα πολύ αγαπημένα μου τραγούδια. Δική του είναι και η φωτογραφία του φεγγαριού (να μάθει να με ταλαιπωρεί!)  :))  [Ευχαριστώ, σου είπα;]

υγ2. Οι επόμενοι «παίζουν» με τις λέξεις: αυστηρός, εμπλέκω, κράνος, νανούρισμα, συνηθίζω (μην γκρινιάζετε, άνοιξα 5 φορές τυχαία το λεξικό. Με το Μπαμπινιώτη να τα βάλετε!)

υγ3. Ποιοι είναι οι επόμενοι: όποιος θέλει, δεν θα βάλω κανένα.  Όποιος έχει κέφι, ας το κάνει.

υγ4. Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα και γεγονότα (δεν) είναι εντελώς συμπτωματική (πάντα ήθελα να το γράψω αυτό! :p)

υγ5. Ήταν προγραμματισμένο να μπει στις αρχές Δεκέμβρη, μαζί με 3-4 άλλα παιχνίδια που χρωστάω. Αλλά τα γεγονότα το έφεραν πίσω (παρ’ ότι «ανέβηκε» κατά λάθος, και σε κάποιους reader ίσως να φάνηκε).Είναι γραμμένο με εντελώς άλλη διάθεση, σε εντελώς άλλο κλίμα. Το κοιτάω τώρα ένα μήνα στα πρόχειρα, βαρέθηκα να το βλέπω -μ’ «έπιασε» και το φεγγάρι, σήμερα… Αυτό το φεγγάρι, πόσες ζημιές κάνει! Και ειδικά το σημερινό, το φεγγάρι του Γενάρη, το Wolf Moon των Ινδιάνων.  Πώς να το προσπεράσω εγώ; 😉 

υγ-bonnus1 :(ξ)αδερφούλη, ευχαριστώ! (δις):)

υγ-bonnus2: Εσύπάλι τη γλύτωσες, αλλά έχε χάρη! :p

υγ-bonnus 3: Ο τίτλος είναι παραπλανητικός -οι λέξεις, στην πραγματικότητα, είναι 1236! Πως τα κατάφερα δεν ξέρω, αλήθεια σας λέω! :p

Καλημέρα 🙂

Καλή βδομάδα…

Advertisements