Αντίο…

Ταξιδεύω (είχα χρόνια να μπω σε τρένο) και θυμάμαι…

…όταν σε γνώρισα, ήμουν πολύ μικρή. Δεν είχες παντρευτεί ακόμα τη θεία μου, μα ήμουν από την αρχή η αγαπημένη σου ανιψιά -ήθελες πάντα μια κόρη…

Thanasis

Με πήγαινες στο Σύνταγμα, να ταΐζουμε τα περιστέρια… βόλτες στη θάλασσα, στις πλατείες· κι όταν κουραζόμουν, μ’ έβαζες στους ώμους σου, να βλέπω τον κόσμο από ψηλά.

Στο γάμο σας ήμουν παρανυφάκι καμαρωτό, κι η φωτογραφία μου ακόμα «στολίζει» το σαλόνι σας….

Μετά, κάνατε δυο γιους -πάλι είχες εμένα για κόρη… Έτρεχες, πάντα, όταν σε χρειαζόμασταν, για ό,τι: ψώνια, βόλτες, «αγγαρείες»… Σου τραγουδούσα το «ένα,δύο,τρία, πήγα στην κυρία», με έμφαση στο τελευταίο στιχάκι, απ’ τ’ όνομά σου -και έμαθα και το γιο μου να στο λέει- και γελούσες… Στην «οργισμένη εφηβεία» μου, σε πείραζα: παλιο-μπάτσε! -και πάλι γελούσες…

Μεγάλωσα, κι εσύ πάντα εκεί, σε όλα: χαρές, λύπες, πίκρες, γιορτές, δυσκολίες… χαρά όταν γέννησα -το πρώτο μου εγγόνι! έλεγες, και τον έμαθα να σε λέει κι εσένα «παππού»…

…………………………………………………………………………………………………..

– «Θα πάω στο χωριό για λίγο, να ξεφύγω από δω, να ξεκουραστώ. Θα περάσω κι από τη γιαγιά σου. «

– «Να πας, καλό θα σου κάνει, να ηρεμήσεις. Να προσέχεις μόνο, και χαιρετίσματα να πεις.»

– » Δεν θα μείνω πολύ… δυο-τρεις μέρες, και θα γυρίσω…»

…σε πρόλαβε όμως η φωτιά… κι έμεινες εκεί· για πάντα…

Αντίο, «πατέρα».